προγραφές

Εξώφυλλο: Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Βεβηλώσεις
Τὰ ἕξι ὡραιότερα λεπτὰ τῆς ἱστορίας τοῦ κινηματογράφου

Ο ΣΑΝΤΣΟ ΠΑΝΤΣΑ μπαίνει στὸν κινηματογράφο μιᾶς ἐπαρχιακῆς πόλης. Ψάχνει τὸν Δὸν Κιχώτη καὶ τὸν βλέπει νὰ κάθεται παράμερα μὲ τὸ βλέμμα καρφωμένο στὴν ὀθόνη. Ἡ αἴθουσα εἶναι σχεδὸν γεμάτη, ὁ ἐξώστης μοιάζει μὲ μία τεράστια στοὰ καὶ εἶναι ἐντελῶς κατελειμμένος ἀπὸ παιδιὰ ποὺ θορυβοῦν ἀσταμάτητα. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς μάταιες προσπάθειες νὰ φτάσει στὸν Δὸν Κιχώτη, ὁ Σάντσο κάθεται ἀπρόθυμα στὴν πλατεία δίπλα σὲ ἔνα κοριτσάκι (τὴ Δουλτσινέα;), ποὺ τοῦ προσφέρει ἕνα γλειφιτζούρι. Ἡ προβολὴ ἄρχισε, εἶναι ἕνα ἔργο ἐποχῆς, στὴν ὀθόη τρέχουν ἀρματωμένοι ἱππότες, ξάφνου ἐμφανίζεται μία γυναίκα πού βρίσκεται σὲ κίνδυνο. Μεμιᾶς ὁ Δὸν Κιχώτης σηκώνεται ὄρθιος, ξεθηκαρώνει τὸ σπαθί του, χυμάει στὴν ὀθόνη καὶ οἱ σπαθιές του ἀρχίζουν νὰ κομματιάζουν τὸ πανί. Στὴν ὀθόνη συνεχίζουν νὰ φαίνονται ἡ γυναίκα καὶ οἱ ἱππότες, ἀλλὰ τὸ μαῦρο σχίσιμο ποὺ δημιούργησε τὸ σπαθὶ τοῦ Δὸν Κιχώτη μεγαλώνει ὅλο καὶ περισσότερο, καταβροχθίζει ἀδυσώπητα τὶς εἰκόνες. Στὸ τέλος δὲν μένει τίποτα σχεδὸν ὰπὸ τὴν ὀθόνη, διακρίνεται μόνο τὸ ξύλινο πλαίσιο ποὺ τὴ στήριζε. Τὸ κοινὸ ἀγανακτισμένο ἐγκαταλείπει τὴν αἴθουσα, ἀλλὰ τὰ παιδιὰ ποὺ βρίσκονται στὸν ἐξώστη δὲν σταματοῦν νὰ ἐνθαρρύνουν μὲ πάθος καὶ φανατισμὸ τὸν Δὸν Κιχώτη. Μόνο τὸ κορίτσι στὴν πλατεία τὸν κοιτάζει ἀποδοκιμαστικά.

Τί πρέπει νὰ κάνουμε μὲ τὶς φαντασιώσεις μας; Νὰ τὶς ἀγαπάμε, νὰ τὶς πιστεύουμε σὲ τέτοιο σημεῖο ποὺ νὰ πρέπει νὰ τὶς καταστρέψουμε, νὰ νοθεύσουμε τὸ περιεχόμενό τους (αὐτὸ εἶναι ἴσως τὸ νόημα τοῦ κινηματογράφου τοῦ Orson Welles). Ἀλλὰ ὅταν, στὸ τέλος, ἀποκαλυφθοῦν κενές, μὴ εἰσακουσθεῖσες καὶ ἀνεκπλήρωτες, ὅταν δείξουν τὸ τίποτα ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶναι καμωμένες, μόνο τότε θὰ μπορέσουμε νὰ πληρώσουμε τὸ τίμημα τῆς ἀλήθειας τους, καὶ θὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ Δουλτσινέα –τὴν ὁποία σώσαμε– δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀγαπήσει.'

Τζόρτζιο Αγκάμπεν, Βεβηλώσεις, μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Στέφαν Τσβάιχ, Η Γυναίκα και το Τοπίο

'Η νύχτα απλωνόταν απέραντη μπροστά απ’ το φωταγωγημένο κτίριο. Η κοιλάδα έμοιαζε σαν να ‘χε βουλιάξει κι ο ουρανός, υγρός και κατάμαυρος, είχε τη λάμψη των μουσκεμένων βρύων. Ούτε εδώ έκανε δροσιά, τίποτα δεν είχε αλλάξει· όμως μπορούσε κανείς ν’ αναγνωρίσει παντού εκείνο το επικίνδυνο πάντρεμα της δίψας και της μέθης που ένιωθα στο ίδιο μου το αίμα. Κάτι αρρωστημένο και υγρό, σαν την εφίδρωση κάποιου που ψήνεται στον πυρετό, αιωρείτο πάνω απ’ τα χωράφια, απ’ όπου σηκωνόταν ένας γαλακτώδης αχνός· μακρινές λάμψεις εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα, ενώ ένας κίτρινος δακτύλιος πλαισίωνε το φεγγάρι δίνοντάς του μια μοχθηρή όψη. Ένιωθα αφάνταστη κούραση. Μια ψάθινη πολυθρόνα ήταν ξεχασμένη εκεί. Σωριάστηκα πάνω της. Τα μέλη μου έμειναν κρεμασμένα σε πλήρη ακινησία· απλώθηκα και δεν ξανασάλεψα. Και τότε, εκεί, παραδομένος και βυθισμένος μέσα στην ευλύγιστη ψάθα, τούτο το πνίγος μου φάνηκε μεμιάς σαν κάτι το υπέροχο. Δε με τυραννούσε πια, με πίεζε μόνο, απαλά και ηδονικά, κι εγώ δεν πρόβαλλα αντίσταση. Κρατούσα κλειστά τα μάτια για να μη βλέπω τίποτα, για να νιώθω πιο έντονα το σφιχταγκάλιασμα της φύσης, αυτού του ζωντανού πράγματος. Σαν πολύποδας, σαν ένα πλάσμα μαλακό και λείο, η νύχτα με τύλιγε τώρα με τα πλοκάμια της και με άγγιζε με απειράριθμα χείλη. Ήμουν ξαπλωμένος κι ένιωθα πως παραδινόμουν, πως αφηνόμουν σε κάτι που με άρπαζε, κολλούσε επάνω μου, με έσφιγγε, ρουφούσε το αίμα μου· και μέσα σ’ ετούτη την ασφυκτική αγκαλιά ένιωσα για πρώτη φορά όπως μια γυναίκα που χάνεται λιγωμένη στη γλυκιά έκσταση του δοσίματος, Ένα γλυκό ρίγος με διαπέρασε στη σκέψη ότι έπαψα μονομιάς ν’ αντιστέκομαι, ότι εκείνη τη στιγμή πρόσφερα το σώμα μου στο σύμπαν· ήταν υπέροχη ετούτη η αόρατη δύναμη που άγγιζε τρυφερά το δέρμα μου, που τρύπωνε σιγά σιγά κάτω από τη σάρκα, που παρέλυε τις αρθρώσεις μου, δίχως να υπάρξει αντίσταση σε τούτο το μούδιασμα των αισθήσεων. Αφέθηκα σ’ αυτές τις πρωτόγνωρες αισθήσεις, και τότε, εντελώς ακαθόριστα, σαν μέσα σε όνειρο, μία μόνο εντύπωση σχηματίστηκε στο νου μου: η εντύπωση της νύχτας και η πρόσφατη ανάμνηση εκείνου του βλέμματος· η γυναίκα και το τοπίο δεν ήταν παρά ένα και μόνο πράγμα, μέσα στο οποίο ήταν απολαυστικό να χάνεται κανείς. Μερικές φορές μου φαινόταν πως η σκοτεινιά γύρω μου δεν ήταν άλλη από εκείνη, πως η ζεστασιά που κατέκλυζε τα μέλη μου ήταν το δικό της σώμα που σκόρπιζε μέσα στη νύχτα σαν το δικό μου, και –καθώς την ένιωθα μέχρι και στ’ όνειρό μου– χανόμουν σ’ ένα κατάμαυρο, ζεστό κύμα ηδονικής εγκατάλειψης.'

Στέφαν Τσβάιχ, Η Γυναίκα και το Τοπίο, μτφρ. Βασίλης Πατέρας, εκδ. Ροές

'Yard' [album: Jazz Meets Indiai (1967)] -

Dewan Motivar Trio / Irene Schweizer Trio / Manfred Schoof / Barney Wilen

Εξώφυλλο: Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Συγκεντρωμένα Ποιήματα 1952-1990

Σμίλη

Κάθε φορά
περνώντας ἀπό σένα
στό μέρος πού ἡ φθορά
μιᾶς ἄλλης μέρας
μέ τραβᾶ σέ σένα,
σεβαστικά θ’ ἀφήσεις
τήν ἐπιθυμία μου νά γλύφει
τό κορμί σου σάν μιά φλόγα,
τίς πτυχές, απόκρυφες ὥς
μέσα στήν ψυχή σου κι ὥς
τήν θυμωμένη ρώγα σέ ρωγμές
καί παρυφές βελούδινες
ἐκεῖ πού ἡ θλίψη λειτουργεῖ
στά σπλάχνα καί στά χείλη
σάν σμίλη τήν πληγή.

*

Ἰδεόγραμμα

Στόν Νίκο Ἐγγονόπουλο

Οἱ ἑταῖρες εἶν’ ἐδῶ καί πουθενά
πολλοί τίς λέν ἁπλῶς πουθάνες
ἀποτελοῦνται ἀπό μαστούς καί κρέας
ἕτοιμο στήν Ἀγορά, κρέας ὠμό
πρίν τό ψημένο καί τόν τροπικό
τούς στουκτουραλιστές ἤ τίς στρουθο-
καμήλους, ἀνθρωπολόγους καί οἰωνούς
οἱ ἀνθρωποφάγοι νουνεχεῖς πεινοῦν.

Κρέας ἰδέας ἤ μιᾶς ἡδονῆς
πού σάν μαχαίρι γαργαλάει τό χέρι.

*

Τό μυστικό τοῦ γυναικείου σώματος

Ὦ βάθος καί σιωπή τῆς Παρθενιᾶς!
Α. ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, «Ἡ συνείδηση τῆς γυναίκας»

Ἐξερευνώντας πάντοτε τό γυναικεἶο
σῶμα σκέπτομαι τίς πτυχές ἐκεῖνες
τῶν βυζιῶν, τίς ἀνακόλουθες ἐλλείψεις
κάποια ρωγμή βαθειά στό αἰδοῖο αἱμάσσουσα
τά ὑγρά τῆς βλεννογόνου ροδοπέταλα
σάν ἕνα λυκαυγές μέσα στό δάσος
ἤ στήν ἀμμουδιά μιᾶς θάλασσας πού μόλις
ἀκουμποῦν τά χείλη μέ τήν βραδυνύ παλίρροια·
χείλη τοῦ ἀνοίγματος λυτά, χείλη τοῦ περιναίου
καθώς τό γυναικεῖο σῶμα περιμένει.

Καί περιμένοντας αἰώνια, ναυτικούς, ἐργάτες
ἄλλους βιαστικούς, τυχαίους πόρνους
μέ τούς ὄρχεις τους πρησμένους
εἴτε στήν πλατεία Βάθης, είτε στό Faubourg
Saint Denis πού ξεχειλίζουν οἱ πουτάνες
σάν μπουγάδες ἀπό κάποια ξεχασμένη σκάφη
μέ λουλάκι, ἀπορρυπαντικά, ψωλόχυμα
κι ἄλλες ἀπόλυτες ἀπορρίψεις.

Τό πατητῆρι τοῦ μυαλοῦ ἀποστάζει λέξεις
μά στήν γλυφή δοκιμασία τοῦ αἵματος
στήν σύληση, στήν σύλληψη τῆς μήτρας
ποιό εἶναι τό μυστικό τοῦ θείου γκαστρώματος;
Ἄν ὁ Θεός κατοίκησε στίς παρυφές τῆς μήτρας
ἔστω καί σάν ὑπόθεση, έντυπωσιάζουν τά σημεῖα
(μήπως ἦταν ἀρχή ἑνός καρκινώματος;)
μά πῶς νά τό πιστέψεις ἄν δέν γίνεις ἅγιος
σέ μιά έποχή πού οἱ ἅγιοι φεύγουν ἤ ἐνοχλοῦν σάν μύγες
κουβαλώντας μόνο μόλυνση ἀπό τσίμπημα
σέ τσίμπημα, σέ τσίμπημα.

*

Ἡ σπηλιά

«ἄρρητα ρήματα ἄ οὐκ ἐμόν ἀνθρώπῳ, λαλῆσαι»
Κατ᾽ Ἐπιτάφιον «ἀναβατικόν Παύλου»: ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ.

Ἰδού ἡ σπηλιά πού ὁ γεροξούρας
ἔγραφε μέ δάκτυλα λειψά, λεπρός
μέ τό μυαλό γεμάτο μαλακύνσεις
κι ἕνα κρανίο νά γυαλίζει σάν καθῆκι
πεταμένο στά σκουπίδια, παρέα
κάνοντας μέ τόν σκορπιό, μονάχα,
τήν ἀράχνη καί τό δοντιασμένο φίδι
τρώγοντας τσιριχτά ποντίκια
σκατοκάνθραους ἤ μύγες,
λέξεις ψελλίζοντας ἀπό σπυριά καί μύξες
διυλίζοντας τόν Λόγο στό γουδί
τό γουδοχέρι μέ βότανα φαρμακερά
καί μανιτάρια κίτρινα, κόπρανα
κι ἕναν κόπανο στό χέρι,
μιαρός ὁ γεροξούρας, μοχθηρός
μέ τσίμπλες, μάτια γουρλωμένα,
τό χνῶτο του βρωμοκοπώντας:
τί περιμένεις ἀπ’ τό στόμα του νά βγεῖ
καί τί ν’ ἀποκαλύψει, πλήν
ἐμετοῦ καί σάπιου ἐντέρου;

Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Συγκεντρωμένα Ποιήματα 1952-1990, εκδ. Πλέθρον

Εξώφυλλο: Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, Η Αποφασιστική Στιγμή: Λόγος για τη Φωτογραφία

'Γιὰ νὰ ἐκφραστεῖ πλήρως ἡ ταυτότητα ἑνὸς θέματος, θὰ πρέπει νὰ τεθοῦν αὐστηρὰ οἱ αἰσθητικοὶ συσχετισμοί. Πρέπει νὰ στήσει κανεὶς τὴ μηχανή του στὸ χῶρο σὲ σχέση μὲ τὸ ἀντικείμενο, κι ἐδῶ ἀρχίζει ὁ μεγάλος τομέας τῆς σύνθεσης. Ἡ φωτογραφία εἶναι γιὰ μένα ἡ ἀναγνώριση μέσα στὴν ἴδια την πραγματικότητα ἑνὸς ρυθμοῦ ἐπιφανειὦν, γραμμῶν ἤ ἀξιῶν· τὸ μάτι ἀποσπᾶ τὸ θέμα κι ἡ μηχανὴ δὲν ἔχει παρὰ νὰ κάνει τὴ δουλειά της, νὰ ἀποτυπώσει στὸ φίλμ τὴν ἀπόφαση τοῦ ματιοῦ. Μία φωτογραφία βλέπεται στὸ σύνολό της, μὲ μιὰ ματιά, σὰν πίνακας· ἡ σύνθεση εἶναι μιὰ συγχρονισμένη συμμαχία, ὁ ὀργανικὸς συντονισμός κάποιων ὁρατῶν στοιχείων. Δὲν συνθέτουμε δίχως λόγο, χρειάζεται μιὰ ἀναγκαιότητα, καὶ δὲν μποροῦμε νὰ ξεχωρίζουμε τὴ μορφὴ ἀπὸ τὸ περιεχόμενο. Στὴ φωτογραφία ὑπάρχει μιὰ καινούργια πλαστική, ἔργο τῶν στιγμιαίων γραμμῶν· δουλεύουμε μὲ τὴν κίνηση, μ᾽ ἕνα εἶδος προαισθήματος τῆς ζωῆς, καὶ ἡ φωτογραφία ὀφείλει νὰ ἀγγίζει μέσῳ τῆς κίνησης τὴν ἐκφραστικὴ ἰσορροπία.
Τὸ μάτι μας πρέπει διαρκῶς νὰ μετρᾶ, νὰ ἀξιολογεῖ. Τροποποιοῦμε τὴν προοπτικὴ μὲ μιὰ ἐλαφρὰ γονυκλισία, δημιουργοῦμε συγκλίσεις γραμμῶν μὲ μιὰ ἀπλὴ, ἀνεπαίσθητη μετακίνηση τῆς κεφαλῆς, καὶ ὅλα ἐτοῦτα δὲν μποροῦν παρὰ νὰ γίνονται μὲ τὴν ταχύτητα τῶν ἀντανακλαστικῶν, ἀποκλείοντάς μας, εὐτυχῶς, ἀπὸ τὴν προσπάθεια τοῦ νὰ κάνουμε «Τέχνη». Συνθέτουμε σχεδὸν ταυτόχρονα μὲ τὸ πάτημα τοῦ κουμπιοῦ καὶ τοποθετώντας τὴ μηχανὴ λίγο ἤ πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ θέμα, σκιαγραφοῦμε τὴ λεπτομέρεια καὶ εἴτε γινόναστε ἐμεῖς οἱ ἐξουσιαστές του εἴτε ἐκεῖνο ὁ τύραννός μας.'

Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, Η Αποφασιστική Στιγμή: Λόγος για τη Φωτογραφία, μτφρ. Σοφία Διονυσοπούλου, εκδ. Άγρα

Εξώφυλλο: Θέμης Κελέκης, Το Κορίτσι της Άλλης Ζωής

'Σαν καλλιτέχνης προσπάθησα να ταυτίσω τον έρωτα με την τέχνη και τότε ανακάλυψα την εξιδανίκευση.
Πολλοί ψυχαναλυτές προσπάθησαν να εξηγήσουν και να καθορίσουν την εξιδανίκευση με εκλαϊκευμένο τρόπο και να την ξεχωρίσουν από άλλα παραπλήσια αισθήματα.
“... Η σεξουαλική διέγερση μπορεί να είναι έντονη” λέει ο Havelock Ellis, “αλλά ταυτόχρονα μπορούμε να τη συνδέσουμε με ανώτερες συγκινησιακές και πνευματικές δραστηριότητες...”
Μέχρι και ο δύσκολος Φρόιντ αναγνωρίζει την εξιδανίκευση, όταν διατυπώνει (στα 1918) πως ο ενστικτώδης παράγοντας της ζωής διαμορφώνει τον πυρήνα εκείνης της εξιδανικεύουσας αναλογίας της ψυχής, που με το όνομα “Ασυνείδητο” της αποδίδει μια τόσο μεγάλη επίδραση. Παρατηρεί ακόμη πως πολλοί καλλιτέχνες φαίνονται προικισμένοι με μια ιδιαίτερα έντονη ικανότητα εξιδανίκευσης.
Ευτυχώς υπάρχουν πολλά ζευγάρια που κράτησαν τη “χρυσή απόσταση” και ανακάλυψαν στις σεξουαλικές σχέσεις τους την εξιδανίκευση.

Όταν έπεσα δίπλα στο γυμνό κορμί της Στεφανίας, δεν κοίταξα να ικανοποιήσω τον εαυτό μου ή να σβήσω τον πόθο μου που σε τελευταία ανάλυση θα κρατούσε τόσο λίγο.
Ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι με ήθελε σαν αγαπημένο –εραστή– σύντροφο στη ζωή, στον έρωτα, στις χαρές και τις λύπες.
Η ερωτική της ζωή μόλις άρχιζε, κι εγώ που είχα κάποια πείρα, έπρεπε να ήμουν προσεκτικός και άψογος.
Πολλά νέα κορίτσια με ρομαντικές τάσεις και απεριόριστες ψυχικές αρετές, που πίστευαν στην “εξιδανίκευση”, απογοητεύτηκαν τόσο τρομερά από την πρώτη τους αυτή “ερωτική εμπειρία” –γιατί έτυχε ο σύντροφός τους να έχει μεσάνυχτα από τέχνη και φαντασία στον έρωτα– με αποτέλεσμα να νιώθουν αποστροφή, απέχθεια ή τέλεια αδιαφορία σε όλη τους τη ζωή για την υπέροχη αυτή απόλαυση που δικαιούται κάθε άνθρωπος.
Όταν στις δώδεκα το μεσημέρι σταματήσαμε τα ερωτικά παιχνίδια, διαπίστωσα με χαρά πως στις έξι ολόκληρες ώρες που κράτησε ο έρωτάς μας, η Στεφανία είχε φτάσει στον ολοκληρωμένο οργασμό τρεις φορές και άλλες τόσες εγώ.
Σε λίγο έγειρε το όμορφο κεφαλάκι της πάνω στο γυμνό μου μπράτσο, με κοίταξε μ’ ένα τρυφερό βλέμμα γεμάτο ικανοποίηση και λατρεία, έκλεισε τα μεγάλα σμαραγδιά της μάτια και αποκοιμήθηκε.
Φίλησα απαλά το ιδρωμένο της μέτωπο, τη σκέπασα με το σεντόνι κι έκανα το ίδιο.'

Θέμης Κελέκης, Το Κορίτσι της Άλλης Ζωής, εκδ. Εμπειρία Εκδοτική

Εξώφυλλο: Μ. Ελ. Βολονάκη, Επιφανείς Προσωπικότητες της Αρχαίας Ελλάδας: Αλκιβιάδης, Αθηναίος Στρατηγός και Πολιτικός

'Ο Αλκιβιάδης τις μέρες εκείνες κατευθυνόταν στα Σούσα, για να συναντήσει το βασιλιά των Περσών. Σταμάτησε όμως, για να ξεκουραστεί σ’ ένα χωριό της Περσίας, τη Μέλισσα, έχοντας μαζί του και την εταίρα Τιμάνδρα. Εκεί το βρήκαν οι δύο απεσταλμένοι του Φαρνάβαζου, οι οποίοι υποκίνησαν τους κατοίκους του χωριού εναντίον του.
Τη νύχτα περικύκλωσαν το σπίτι του, όπου έμενε ο Αλκιβιάδης, χωρίς να τολμήσουν όμως να μπουν μέσα σ’ αυτό, και αφού τοποθέτησαν σωρούς από ξύλα γύρω γύρω, έβαλαν φωτιά· οι φλόγες είχαν ζώσει το σπίτι· τότε αυτός, μόλις είδε τη φωτιά, αρπάζει διάφορα ρούχα, που υπήρχαν στο σπίτι, και τα ρίχνει πάνω στα ξύλα που έβγαζαν φλόγες. Και πατώντας πάνω σ’ αυτά πέρασα μέσ’ από τις φλόγες χωρίς να πάθει τίποτε, κρατώντας στα χέρια του ένα ξίφος· πίσω του ερχόταν η Τιμάνδρα και ένας φίλος του πιστός από την Αρκαδία. Οι δολοφόνοι, μόλις είδαν τον Αλκιβιάδη, από φόβο φεύγουν τρέχοντας· αλλά, όταν απομακρύνθηκαν, έριχναν βέλη και ακόντια από τα οποία ο Αλκιβιάδης έπεσε νεκρός. Τότε οι χυδαίοι δολοφόνοι απέκοψαν το κεφάλι του και το έστειλαν στο Φαρνάβαζο. Τον ακέφαλο νεκρό, αφού τύλιξε και σκέπασε με τα δικά της ρούχα η Τιμάνδρα, έκαψε, και την τέφρα του έθαψε με όσες τιμές είχε τη δυνατότητα λόγω των περιστάσεων.
Έτσι χάθηκε άδοξα ένας άνδρας με αρκετά ελαττώματα αλλά και με πολλά και σπάνια προτερήματα. Ένας άνδρας που πίκρανε την πατρίδα του, αλλά και που πικράθηκε απ’ αυτήν.
Ο οποίος, όπως φάνηκε, καταδιώχτηκε δόλια και ανελέητα από τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά που εκδικήθηκε άδικα την πατρίδα του· που την έπληξε, αλλά και που σε δύσκολες γι’ αυτήν μέρες της πρόσφερε ανυπολόγιστες υπηρεσίες.
Η Αθήνα σε στιγμές κρίσιμες έχασε ένα Αλκιβιάδη ικανό να τη βγάλει από το αδιέξοδο που την οδήγησαν οι ανίκανοι αντίπαλοί του.'

Μ. Ελ. Βολονάκη, Επιφανείς Προσωπικότητες της Αρχαίας Ελλάδας: Αλκιβιάδης, Αθηναίος Στρατηγός και Πολιτικός, εκδ. Βολονάκη

Όλες οι 2.059 καταχωρήσεις, χρονολογικά

↑