Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεδ Προύφροκ [απόσπασμα]
Και νά το απόγευμα, το δείλι, κοιμάται τόσο ειρηνικά!
Γαληνεμένο από ακροδάχτυλα μακριά,
Κοιμισμένο ... κουρασμένο ... ή λίγο προσποιητά,
Τεντώνεται στο πάτωμα, πλάι σε σένα και σε μένα.
Θα ’βρισκα άραγε μετά το τσάι, τα γλυκά,
τα παγωτά μαζί της
Τη δύναμη να φθάσω τη στιγμή ώς την κορύφωσή της;
Όμως κι αν έκλαψα και νήστεψα, έκλαψα κι έχω προσευχηθεί,
Κι αν είδα το κεφάλι μου (με αραιωμένα τα μαλλιά)
σε δίσκο επάνω,
Δεν είμαι εγώ προφήτης – και τούτα για σπουδαία δεν τα κάνω·
Είδα του μεγαλείου μου τη στιγμή να τρεμοσβήνει,
Και είδα τον αιώνιο Θυρωρό μ’ ένα μειδίαμα κρυφό
το πανωφόρι να μου δίνει,
Με λίγα λόγια, είχα φοβηθεί.
Και θ’ άξιζαν στο τέλος όλ’ αυτά,
Μετά το τσάι και τα γλυκά,
Μέσα στις πορσελάνες, μέσα σε κάποια μας συνομιλία,
Θα είχε κάποια αξία,
Ν’ άρπαζα μ’ ένα χαμόγελο την ευκαιρία,
Να έκλεινα όλο το σύμπαν σε μια σφαίρα εκεί σφιχτά
Και κυλώντας την προς ένα ερώτημα συντριπτικό,
Να ’λεγα: «Είμαι ο Λάζαρος, ο εκ νεκρών, εδώ βρίσκομαι πάλι,
Για όλα να μιλήσω, όλα να σας τα πω» —
Αν κάποια τότε, σιάζοντας το μαξιλάρι στο κεφάλι,
Έλεγε «Διόλου δεν εννοούσα αυτό·
Διόλου, δεν είναι αυτό».
Και θ’ άξιζαν στο τέλος όλα αυτά,
Θα είχε κάποια αξία,
Μετά τα δειλινά και τους αυλόγυρους και τους βρεγμένους δρόμους,
Μετά από τα ρομάντζα, τα φλιτζάνια του τσαγιού,
και φούστες που θροΐζουνε στο πάτωμα από πίσω —
Αυτά και πόσα ακόμη ν’ αριθμήσω; —
Αδύνατο να πω ακριβώς τι εννοώ!
Όμως τα νεύρα ήταν σαν σχήματα ριγμένα σε οθόνη
από ’να προβολέα μαγικό:
Θα είχε κάποια αξία
Αν κάποια τότε, σιάζοντας το μαξιλάρι ή βγάζοντας
το σάλι απ’ το λαιμό,
Έλεγε γυρνώντας στο παράθυρο:
«Διόλου, δεν είναι αυτό,
Διόλου δεν εννοούσα αυτό».
Τ. Σ. Έλιοτ, Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεδ Προύφροκ, μτφρ. Άλκης Άβερμπαχ, εκδ. Κουκούτσι
* * *
'Η ποίηση του Έλιοτ λειτουργεί σε ευρύ υποστασιακό επίπεδο και σε πολλά συνειρμικά επίπεδα. Ψυχικές οδύνες του δημιουργού της, άγχη, ματαιώσεις επιδιώξεων, εμπειρίες θανάτου, η κατάρρευση του μεταπολεμικού κόσμου, αντίρροπες εσωτερικές δυνάμεις που ο Έλιοτ δεν βρήκε το θάρρος να πολεμήσει, καταφάσεις που κέρδισε με σημαντικές μεταστροφές στη ζωή του, όλα ενσωματώθηκαν στην ποιητική δημιουργία. Με δεξιοτεχνική κυριαρχία στη γλώσσα, αποστασιοποιημένη αφήγηση, μουσικότητα και ρυθμό δέσμευσε ξένες φωνές, άλλοτε ολόκληρο στίχο, άλλοτε μία λέξη, ακόμα και έναν υπαινιγμό, πραγματοποιώντας μια μοναδική ποιητική σύντηξη, ένα πολύτιμο αμάλγαμα υψηλής συγκίνησης, εμβριθούς στοχασμού και βαθείας αυτοσυνειδησίας.
Ο λόγος του —ποιητικός, κριτικός ή θεατρικός— παραμένει στα γράμματα καίριος. Η πρόσβαση στη σημασία του πρώτου ποιήματός του «Προύφροκ» είναι «ένας λόγος αυτός να θυμόμαστε τους Ουράνιους που κάποτε ήταν εδώ και πάλι θα ρθούν με του χρόνου το πλήρωμα».'
Άλκης Άβερμπαχ, από την Εισαγωγή της έκδοσης

'Η γενική σχέση «Α γνωρίζει Β» έχει γίνει στη γνωσιολογία ιδιαίτερα προβληματική από την εποχή που ο Kant διεξήγαγε την κριτική της Μεταφυσικής πάνω στη βάση του ερωτήματος «ποιοι όροι πρέπει να πληρούνται για να είναι δυνατή η εμπειρία;» με σκοπό να οριοθετήσει a priori τη νόμιμη και εξασφαλισμένη γνώση απέναντι στην πλασματική. Ιδιαίτερα αμφισβητήσιμη φάνηκε η αντικειμενική δυνατότητα του Α να καταλάβει σωστά την πραγματικότητα του Β στις οριακές περιτπώσεις όπου η νοητική συγκρότηση του Α είναι τελείως διαφορετική από του Β, όπως στην περίπτωση του δυτικού εθνολόγου που το 19ο αιώνα συναντήθηκε στις αποικίες με τον «πρωτόγονο», ή του ορθολογιστή Ευρωπαίου της εποχής του Διαφωτισμού που βρέθηκε αντιμέτωπος με τις μαγικές και αισθητικές αντιλήψεις του μεσαίωνα της ιστορίας του. Όμως η ορθολογιστική φιλοσοφία της υποκειμενικότητας δεν αρκέστηκε, όπως είναι γνωστό, στην έρευνα για την εξεύρεση κριτηρίων που μπορούσαν να βοηθήσουν τη λειτουργία της γνώσης σε τέτοιες οριακές περιπτώσεις, αλλά προχώρησε στην ανεπίτρεπτη αναγωγή περιεχομένων της νόησης σε λειτουργίες της νόησης αυτής καθαυτήν, δηλαδή, του αντικειμένου της γνώσης στο υποκείμενό της. Η εξέλιξη αυτή μοιραία οδήγησε το υποκείμενο σε απομόνωση (solipsism) μέσα σ’ έναν κόσμο, όπου το κάθε πράγμα εκ των προτέρων δεν μπορεί να είναι άλλο παρά σύνθεση κατορθωμένη από το Εγώ.
Ακόμα και το πιο συνηθισμένο φαινόμενο της ζωής, η καθημερινή επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους, θα αποτελέσει εφεξής γνωσιολογικό σκάνδαλο, το πρόβλημα της «ενδοϋποκειμενικής νόησης», που ένας φιλόσοφος σαν τον Max Scheler δεν θα μπορέσει ορθολογιστικά να λύσει παρά μονάχα με την παραδοχή μιας θείας επέμβασης, που καλείται να γεφυρώσει την άβυσσο ανάμεσα σε δύο υποκειμενικότητες. Ο Sartre πάλι, που είχε την πρόνοια να μην επικαλεσυεί τη συνδορμή του Θεού για να διαφυλάξει τον ορθολογισμό, θα αναγκασθεί αργότερα να πει (στο Είναι και το Μηδέν) ότι «το βλέμμα του Άλλου αποτελεί άρνηση της δικής μου υποκειμενικότητας», γιατί μέσα στο βλέμμα του άλλου ανθρώπου βιώνω ταυτόχρονα ότι Εκείνος είναι υποκείμενο, κι Εγώ αντικείμενό του!
Η αναζήτηση των κριτιρίων που θα διεχώριζαν την αβέβαιη από τη στέρεα γνώση οδήγησε, στα πλαίσια της ορθολογιστικής φιλοσοφίας της υποκειμενικότητας, σε γενίκευση της προβληματικοποίησης όλων ανεξαιρέτως των γνωστικών σχέσεων. Η στοχαστική ερώτηση «πώς γνωρίζω ότι καταλαβαίνω κάτι;» οδήγησε στο φριχτό αδιέξοδο ενός υποκειμένου που αδυνατεί να συλλάβει οτιδήποτε έξω από τον εαυτό του και που ολάκερη η γνώση του είναι σε τελευταία ανάλυση ταυτολογική. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, στο επίπεδο της ιστορίας, μία εποχή να διαγνώσει οτιδήποτε σε μία άλλη εποχή, χωρίς η γνωστική της προσπάθεια να συνοδεύεται μόνιμα από μιαν υποψία της περιαυτολογίας; Η καθοδική πορεία της φιλοσοφικής γνώσης, που στο κοινωνικό επίπεδο είχε τη βάση της στις διαδικασίες εξατομίκευσης και αποξένωσης του ανρθώπου από τη φύση, οδήγησε στην ηττοπάθεια του θεωρήματος της απόλυτης σχετικότητας της γνώσης.'
Κωσταντίνος Ρωμανός, Υπόθεση Φαλμεράιερ, εκδ. Κάκτος

'Ἅπανθ’ ὁ μακρὸς κἀναρίθμητος χρόνος
φύει τ’ ἄδηλα καὶ φανέντα κρύπτεται·
κοὐκ ἔστ’ ἄελπτον οὐδέν, ἀλλ’ ἁλίσκεται
χὠ δεινὸς ὅρκος καὶ περισκελεῖς φρένες.'
*
'Ο χρόνος ο αναρίθμητος και μέγας
φέρνει στο φως όλα τα κρύφια κι όταν
τα φανερώσει, πάλι τα σκεπάζει·
αιφνίδιο κι αναπάντεχο δεν είναι
τίποτα, μα κι ο πιο μεγάλος όρκος
κι η θέληση η τρανή λυγίζουν.'
Σοφοκλής, Αίας, μτφρ. Τάσος Ρούσσος, εκδ. Κάκτος

The end.
Ένα ζευγάρι λεσβίες βγαίναν από την πολυκατοικία που ’χει το ιατρείου ο ανδρολόγος - η μια με το καπέλο του ψαρά κι η άλλη είχε μούσι. Χαρούμενες μου φάνηκαν, να μην τις καταβάλλει η αντηλιά απ’ το προχωρημένο μεσημέρι - ούτε τη μια με το καπέλο του ψαρά ούτε την άλλη με το μούσι. Στάθηκαν για μια στιγμή, σαν ηια να τις αποθανατίσω, αργοπόρησαν, η μία στρώνοντας της άλλης το γιακά - η μια με το καπέλο του ψαρά έστρωνε το γιακά της άλλης με το μούσι, και τανάπαλιν. Αυτή η απαλλαγη, η απαλλαγή απ’ την παγκόσμια ανάγκη του βραδιού η γυναίκα να διεμβολίζεται απ’ τον άντρα, έκανε -και τη μια με το καπέλο του ψαρά μα και την άλλη με το μούσι- να ’ναι ατάραχες και ειλικρινά συγκεντρωμένες μόνο στις ίνες του παλτού η μια της άλλης. Κι ένα είναι σίγουρο, πως η μουσάτη και η άλλη, ο ψαράς, φύγανε μόλις με τους γιακάδες τους στρωμένους κι ενωμένους. Στον ορίζονα τις βλέπεις τώρα να χάνονται και να μικραίνουν.
Κατερίνα Χανδρινού, Γιατί δεν Οδηγούν οι Ποιητές, εκδ. Sestina

'Οἱ ζοφερές ἀποτυχίες τοῦ σοσιαλισμοῦ νά πραγματώσει τίς ἴδιες του τίς ἐξαγγελίες στόν αἰώνα μας, καί συγκεκριμένα ἡ ἀδυναμία του στήν πράξη νά ἐκθεμελιώσει πολύπλοκες δομές κυριαρχίας μετακινώντας ἁπλῶς το ἔδαφος τῆς οἰκονομικῆς ἀνισότητας, κοινωνικοποιώντας δηλαδή τά μέσα παραγωγῆς, ὑπέβαλε σ᾽ ἕναν μεγάλο ἀριθμό στοχαστῶν αὐτῆς τῆς περιόδου νά σκεφτοῦν ἐκ νέου και ν᾽ ἀναδείξουν στή θεωρητική σκέψη μιά ρητή διάκριση ἀνάμεσα στήν πολιτική και την οἰκονομική σφαίρα, διάκριση ἡ ὁποία ὑπῆρχε στήν κλασική ἀστική πολιτική θεωρία καί τήν ὁποία τόσο βιαστικά θέλησε νά ἐξαλείψει, μέ τήν ἀδιαμεσολάβητη ὑπαγωγή τῆς πρώτης στή δεύτερη, ὁ Μάρξ. Στοχαστές μέσα ἀπὸ τἠν παράδοση τοῦ μαρξισμοῦ ὅπως ὁ Φράντς Νώυμαν, ἔξω ἀπ᾽ αὐτήν ὅπως ἡ Χάννα Ἄρεντ, στοχαστές πού διέρρηξαν βίαια τή σχέση τους μέ τόν μαρξισμό ὅπως ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης, ἐπανέρχονται ἀκατάπαυστα σ᾽ αὐτό τό σημεῖο προσπαθώντας νά καταδείξουν ἕνα ὁρισμένο στοιχεῖο αὐτονομίας τῆς πολιτικῆς σφαίρας, καί αὐτό πάντοτε σημαίνει, ἐν τέλει, τήν ἀναγκαιότητα μιᾶς αὐτόνομης θεωρίας τῆς δημοκρατίας.Ἡ κριτική πού ἄσκησε ὁ Λυσιέν Γκολντμάν στόν σοβιετικό πειραματισμό, συνάγοντας ὅτι κάθε ὑποχώρηση τῆς κοινωνικῆς πραγμοποίησης (καί αὐτό σημαίνει, μιά ὁρισμένη αὐτονόμηση τοῦ θεσμικοῦ στοιχείου, με τήν ἀρνητική ἔννοια πού κατήγγειλαν ὁ Μάρξ καί ὁ Λούκατς) συνεπάγεται καί μιά σοβαρή ριψοκινδύνευση ἐπανόδου σέ ἀρχαϊκές μορφές βαρβαρότητας, δείχνει ἀκριβῶς πρός τήν ἴδια κατεύθυνση. Καί ἀκριβῶς αὐτό τό σημεῖο πρέπει νά θεωρηθεῖ ἡ βασική ἀφετηρία καί ἡ μόνιμη κατά βάθος ἀναφορά τοῦ Γιοῦργκεν Χάμπερμας. Ξεκινάει λοιπόν αὐτός ὁ νεαρός Γερμανός, θρεμμένος πνευματικά μέσα στήν ἀτμόσφαιρα τῆς βαθειᾶς ἀπογοήτευσης ὅλων τῶν φλογερῶν ἐπαναστατικῶν ἐλπίδων πού ἀκολούθησε τόν τελευταῖο πόλεμο, καί ἰδιαίτερα σέ μιά Γερμανία ἔνοχη καί ὑπό ἄμεση πολιτική κηδεμονία, μεταφράζοντας ἐξαρχῆς τό ἀξιακό πρόταγμα πού ἦταν στόν Μάρξ ὁ κομμουνισμός ἤ ἡ κοινωνία τῶν συναιτερισμένων παραγωγῶν στήν ἰδέα μιᾶς ἐλεύθερης δημόσιας σφαίρας, σφαίρας ἡ ὁποία στίς παροῦσες συνθῆκες ἔτεινε νά συρρικνώνεται κάτω ἀπό τόν σφετερισμό τῶν διευθυνόντων καί τῶν τεχνικῶν. Μποροῦμε ἤδη νά διακρίνουμε τήν ἀκτίνα δράσης τῆς σκέψης τοῦ Χάμπερμας, τἠν ὁποία ποτέ ἐν συνεχεία δέν θά ὑπερβεῖ στήν ἀνάπτυξή της αὐτή ἡ σκέψη: τό μονο πού μπορεῖ νά ἀντιπαρατεθεῖ στίς ἐργαλειοτεχνικές μεταμορφώσεις τοῦ ὄψιμου καπιταλισμοῦ εἶναι ἡ ἐπάνοδος σέ μιά «ὑγιή» ἀστική φιλοσοφία, σέ μιά ἐπαναξίωση τῶν ἀξιωμάτων τοῦ Διαφωτισμοῦ.'
Φώτης Τερζάκης, Φιλοσοφικός Ρεφορμισμός: Προβλήματα Διαλεκτικής και Ολότητος στη Φιλοσοφία και την Πολιτική Θεωρία του Jürgen Habermas, εκδ. Έρασμος

'Η μεταπολεμική ανασυγκρότηση δεν διακατέχεται από τους αρχικούς ιδεολογικούς προβληματισμούς των πατέρων του ελληνικού κράτους. Το μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας ασχολείται με την ανακατανομή της και όλοι με την άλωση της κρατικής μηχανής. Ακόμη και εκσυγχρονιστές, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ή ο Στέφανος Μάνος, ήταν περισσότερο απασχολημένοι με την ανάπτυξη του Homo economicus και λιγότερο με τη δημιουργία φιλελεύθερης κοινωνίας των πολιτών.
Ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος υπήρξε κάποτε εκσυγχρονιστικός παράγοντας σε μια κοινωνία οικογενειακών και πελατειακών δικτύων. Ακόμη και αν δεν συμφωνεί κανείς με το σύνολο μιας μαρξιστικής ανάλυσης, θα πρέπει να παραδεχτεί ότι η οργάνωση της κοινωνίας με οριζόντιες και όχι κάθετες τομές ήταν αίτημα της νεωτερικότητας. Ο Εμφύλιος σήμανε το διαζύγιο ανάμεσα στο δημοκρατικό αντιπροσωπευτικό σύστημα και το ΚΚΕ, όμως ο εξωκοινοβουλευτικός του ρόλος ως διωκόμενου τμήματος της κοινωνίας και οι επικλήσεις του στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις παραβάσεις τους προκάλεσαν την αναγκαία αυτοκριτική της αστικής δημοκρατίας και την ανάγκασαν να εκσυγχρονιστεί.
Έκτοτε κύλησε πολύ νερό κάτω από τη γέφυρα της εθνικής συμφιλίωσης. Η λειτουργία του νομιμοποιημένου ΚΚΕ στη Βουλή των Ελλήνων χαρακτηρίζεται κυρίως από τη συντήρηση παλαιών δογμάτων και την προβλέψιμη επανάληψη επιθέσεων κατά της κοινής γνώμης όπως εκφραζόταν από τα δύο μεγάλα κόμματα. Έτσι είναι το μόνο ίσως κόμμα που πιστεύει στην ιακωβίνικη αντίληψη ότι η αντιπροσωπευτικότητα δεν είναι υπόθεση αριθμών αλλά εγκυρότητας της έκφρασης υπέρ των λαϊκών συμφερόντων. Μια «πεφωτισμένη» μειοψηφία μετράει πολύ περισσότερο από τις εκλογικές πλειοψηφίες.
Ο Ανδρέας κατάλαβε όσο κανένας προηγούμενος πολιτικός την παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας, για να την καταστήσει σύμμαχο στην πορεία προς την κατάκτηση και τη διατήρηση της εξουσίας. Η κατακερματισμένη μας κοινωνία βρίσκεται πάντοτε σε αναζήτηση ισχυρών προστατών, οι οποίοι να μπορούν να προσφέρουν εξυπηρετήσεις, όχι εθνωφελείς, αλλά επωφελείς σε όσους τις εξαφανίζουν. Το προνεωτερικό αυτό μόρφωμα υπήρξε και το αντικείμενο των αυτοσχεδιασμών του Ανδρέα. Με την έννοια αυτή, ο Ανδρέας υπήρξε ένας σημαντικός ριζοσπάστης πολιτικός, ο οποίος προσέφερε τον λαϊκιστικό εξισωτισμό ως εναλλακτική λύση έναντι του εξισωτικού εκσυγχρονισμού.'
Θάνος Βερέμης, Ανδρέας Παπανδρέου: Μεγάλες Προσδοκίες, εκδ. Πατάκη
'Μολονότι διάβασα τὸ βιβλίο σας, δὲν εἶμαι καθόλου πεπεισμένος γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς θέσης σας ἀναφορικὰ μὲ τὴ « ρηχότητα τοῦ κακοῦ »· θέση ἡ ὁποία, δεδομένου ὅτι ὑπάρχει στὸν ὑπότιτλό του, βρίσκεται πίσω ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν ἐπιχειρηματολογία σας. Αὐτὴ ἡ νέα θέση μὲ χτυπᾶ ὅπως ἕνα σλόγκαν· δὲν μοῦ φαίνεται βεβαίως ὅτι συνιστᾶ τὸν καρπὸ μιᾶς ἐμβριθοῦς ἀνάλυσης, ὅπως ἐκείνη ποὺ προσκομίσατε μὲ τόσο πειστικὸ τρόπο, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ὑποστηρίξετε μιὰ θέση ἐντελῶς διαφορετικὴ μέχρι καὶ ἀντιφατικὴ στὸ βιβλίο σας γιὰ τὸν ὁλοκληρωτισμό. Ἐσεῖς προφανῶς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν εἴχατε ἀνακαλύψει ἀκόμη τὴ ρηχότητα τοῦ κακοῦ. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ « ριζικό κακό », τὴν ὕπαρξη τοῦ ὁποῖου ἡ ἀνάλυσή σας τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἀποδείκνυε μὲ τόση εὐγλωττία καὶ εὐρυμάθεια, δὲν ἀπομένει παρὰ ἐκείνη ἡ λέξη. Ἴσως περισσότερο ἀπὸ ἕνα σλόγκαν αὐτὴ ἡ ἔκφραση, « ἡ ρηχότητα τοῦ κακοῦ », θὰ ἔπρεπε νὰ καταστεῖ ἀντικείμενο μιᾶς ἔρευνας, σὲ ἕνα σοβαρὸ ἐπίπεδο, ὡς μιὰ ἔννοια ἡ ὁποία βρίσκει τὴ θέση της στὴν ἠθικὴ φιλοσοφία ἤ στὴν πολιτικὴ ἠθική. Θλίβομαι, καὶ τὸ λέω, πιστεύω, μὲ πάσα εἰλικρίνεια καὶ δίχως πνεῦμα πολεμικῆς, ποὺ δὲν δύναμαι νὰ λάβω πιὸ σοβαρὰ ὑπόψη τὴ θέση τοῦ βιβλίου σας. Εἲχα ἐκτιμήσει πολὺ τὸ προηγούμενο βιβλίο σας καὶ περίμενα κάτι ἄλλο. —'
Γκέρσομ Σόλεμ
*
'Ἐν κατακλεῖδι, ἄς ἔλθουμε στὸ μοναδικὸ ζήτημα στὸ ὁποῖο μὲ καταλάβατε καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο εἶμαι εὐτυχὴς ποὺ ἀγγίξατε τὸ κεφαλαιῶδες σημεῖο. Ἔχετε πέρα γιὰ πέρα δίκιο : Ἄλλαξα γνώμη καὶ δὲν κάνω λόγο πιὰ γιὰ « ριζικό κακό ». Ἔχουμε πολὺ καιρὸ νὰ ἰδωθοῦμε, σὲ διαφορετικὴ περίπτωση θὰ εἴχαμε ἴσως ἤδη συζητήσει γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα. ( Σὲ παρένθεση, δὲν βλέπω τὸ λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ἐσεῖς δίδετε τὸ χαρακτηρισμὸ ἐπωδὸς ἤ σλόγκαν στὴν ἔκφρασή μου « ρηχότητα τοῦ κακοῦ ». Ἐξ ὅσων γνωρίζω οὐδεὶς χρησιμοποίησε ἐτούτη τὴν ἔκφραση πρὶν ἀπὸ ἐμένα· ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄνευ σημασίας. ) Σήμερα εἶμαι τῆς ἄποψης πὼς τὸ κακὸ δὲν εἶναι ποτὲ « ριζικό », ἀλλὰ μονάχα ἀκραῖο, καὶ ὅτι δὲν ἔχει οὔτε βαθύτητα οὔτε κάποια δαιμονικὴ διάσταση. Τὸ κακὸ δύναται νὰ κατακυριεύσει τὰ πάντα καὶ νὰ σαρώνει τὸν κόσμο ὁλόκληρο, ἀκριβῶς γιατὶ διασπείρεται σὰν μύκητας. Τὸ κακὸ « προκαλεῖ τὴ σκέψη », ὅπως εἶπα, γιατὶ ἡ σκέψη προσπαθεῖ νὰ ἀγγίξει τὸ βάθος, νὰ φτάσει στὶς ρίζες του και, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ καταπιάνεται μὲ τὸ κακό, ἀπογοητεύεται, τὸ ἐγχείρημα ἀποβαίνει μάταιο, γιατὶ δὲν βρίσκει τίποτε, γιατὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε νὰ βρεῖ. Ἐδῶ ἔγκειται ἡ « ρηχότητά » του. Μόνο τὸ καλὸ ἔχει βαθύτητα καὶ μόνο τὸ ἀγαθὸ μπορεῖ νὰ εἶναι ριζικό. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐδῶ τὸ ἐνδεδειγμένο σημεῖο γιὰ νὰ ἐμβαθύνουμε μὲ σοβαρότητα στὰ ζητήματα αὐτά· προτίθεμαι νὰ τὰ ἀναπτύξω στὸ μέλλον σὲ ἕνα διαφορετικὸ συγκείμενο.'
Χάνα Άρεντ
από το Δύο Επιστολές για τη Ρηχότητα του Κακού, μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, εκδ. Άγρα

'Ο Άγγλος υπουργός λόρδος Χάνκεϋ που διετέλεσε μέλος του πολεμικού συμβουλίου της Αγγλίας εκυκλοφόρησε το 1949 ένα βιβλίον («Πολιτικαί δίκαι και σφάλματα»), όπου «θεωρεί πολύ επικίνδυνο διά το μέλλον της ανθρωπότητος οι νικηταί να εφευρίσκουν εγκλήματα και να συντάσσουν αναδρομικούς νόμους γεγονός που σημαίνει άρνησιν του δικαίου». Πολλαί προσωπικότητες νομικοί και πολιτικοί κατήγγειλον το έκτρωμα της Νυρεμβέργης, του οποίου το καταστατικόν («Χάρτα») δεν ανεγνωρίσθη, στον μετέπειτα διεθνήν βίον, ούτε εφηρμόσθη.
Ευθέως πλέον η δίκη της Νυρεμβέργης χαρακτηρίζεται «ως πολιτική φάρσα» πολύ μακράν από τας νομικάς αρχάς: «a political farce removed from legal principle» (A. Sutton: «Wall street and the rise of Hitler» ed. «Bloomfield books» Suffolk, England, 1976, p. 159 και δια περισσότερα εις J. Martin: «The return to War Crimes», εις «Revisionist Viewpaints», Colorando, 1971).
Η «δίκη» της Νυρεμβέργης, η οποια κατεκρίθη από όλους τους νομικούς κύκλους, εδικαιολογήθη όχι βεβαίως νομικώς, διότι τούτο είναι αδύνατον, αλλ’ ηθικώς (!) από τον Τσώρτσιλ, ο οποίος κυνικός έγραψε στα «Απομνήμονεύματά του» (Ελλ. εκδ. «Ίκαρος», Αθ. 1955, τόμος Στ´, βιβλ. 2ον, σελ. 257): «Οι ηθικές αρχές του σύγχρονου πολιτισμου φαίνεται, ότι υπαγορεύουν στους ηγέτες του ηττημένου έθνους να εκτελούνται από τους νικητάς!». Τι να σχολιάσω; Απλώς περιορίζομαι να παρατηρήσω, ότι αφού αι ηθικαί αρχαί του συγχρόνου πολιτισμού (!) επιβάλλουν την εκτέλεσιν των ηγετών των ηττημένων τι τας θέλετε τας «δίκας»; Εκτελέσατέ τους εν ονόματι των ηθικών αρχών του συγχρόνου πολιτισμού!
Από το 1946 μέχρι σήμερα διεξήχθησαν παντού στην υφήλιον εξοντωτικοί πόλεμοι π.χ. γαλλική επίθεση στη Μαγαδασκάρη, Ινδονησία, Αλγερία κ.α. αμερικανική επίθεσι στο Βιετ-Ναμ, Γρενάδα, Παναμά, Ιράκ κ.α. ισραηλινή επίθεση στην Αίγυπτο, Ιορδανία, Λίβανο, Παλαιστίνη, Συρία, Τυνησία κ.α. Η Ολλανδική επίθεση στην Ινδονησία, η βελγική επίθεση στο Κογκό, η ρωσική επίθεση στην Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία, Αφγανιστάν κ.α. Η κινεζική επίθεσι στο Θιβέτ. Η λιβυική επίθεσι στο Τσαντ. Η Τουρκική επίθεσι στην Κύπρο. Η αγγλική επίθεση στην Αργεντινή κ.τ.λ. Ο αξιοθρήνητος ΟΗΕ όχι μόνον δεν κατώρθωσε να επιβάλη την ειρήνη στο Σουδάν, Μπιάφρα, Μοζαμβίκη κ.τ.λ. αλλά υπό την αιγίδα του διεξήχθησαν πόλεμοι, όπως στην Κορέα και παντού. Η «Χάρτα της Νυρεμβέργης» δεν εχρησιμοποιήθη. Ούτε η εμπνευσταί της, την εσεβάσθησαν. Ουδεμία κυβέρνηση που εξαπέλυσε πολέμους εδικάσθη. Απλώς μεμονωμένα άτομα ελογοδότησαν εις στρατοδικεία, όχι διότι το επέβαλε κάποιο διεθνές δίκαιο, αλλά διότι το ήθελαν αι ΗΠΑ. Έτσι η «Χάρτα της Νυρεμβέργης» ερρίφθη, στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.'
Κωνσταντίνος Α. Πλεύρης, Η Δίκη της Νυρεμβέργης (από Νομικής Πλευράς), εκδ. Ήλεκτρον






