
'Η ορμητική φορά, όπως και η αφθονία, δεν είναι ένδειξη δύναμης στο πεδίο του πνεύματος: είναι η ρύθμιση, είναι πάντοτε η ακρίβεια της προσαρμογής που απαιτεί προσπάθεια. Όσο κι αν διστέλλεται η ερμηνευτική μνήμη, όσο κι αν δίνει προσοχή στη ζωή, όσο κι αν βγαίνει τελικά από το όνειρο, τα εξωτερικά συμβάντα θα ρυθμίσουν την πορεία της και θα επιβραδύνουν το βήμα της, όπως σ’ ένα ρολόι το εκκρεμές τέμνει σε μέρη και κατανέμει σε μια διάρκεια πολλών ημερών τη χαλάρωση του ελατηρίου, η οποία θα ήταν σχεδόν στιγμιαία αν ήταν ελεύθερη.'
'Αυτό που φαίνεται ότι προκύπτει από την προσεκτική μελέτη των γεγονότων, είναι ότι οι εγκεφαλικές βλάβες που χαρακτηρίζουν τις διάφορες αφασίες δεν προσάλλουν τις ίδιες τις αναμνήσεις, και ότι κατά συνέπεια δεν υπάρχουν, αποθηκευμένες σε ένα οποιοδήποτε σημείο του εγκεφαλικού φλοιού, αναμνήσεις τις οποίες η ασθένεια θα κατέστρεφε. Αυτές οι βλάβες καθιστούν, πράγματι, αδύνατη ή δύσκολη την ανάκληση των αναμνήσεων· αφορούν στον μηχανισμό ανάκλησης, και μόνο αυτόν τον μηχανισμό. Πιο συγκεκριμένα, ο ρόλος του εγκεφάλου είναι να κάνει έτσι ώστε το πνεύμα, όταν χρειάζεται μια ανάμνηση, να μπορεί να πετύχει απο το σώμα τη στάση ή τη γεννώμενη κίνηση, που παρουσιάζει στη ζητούμενη ανάμνηση ένα κατάλληλο πλαίσιο. Αν το πλαίσιο είναι εκεί, η ανάμνηση θα έρθει από μόνη της να παρεοσφρήσει σ’ αυτό. Το εγκεφαλικό όργανο προετοιμάζει το πλαίσιο, αλλά δεν παρέχει την ανάμνηση. Ιδού τι μας μαθαίνουν οι ασθένειες της μνήμης των λέξεων, και τι θα μας έκανε άλλωστε να προαισθανθούμε η ψυχολογική ανάλυση της μνήμης.
Αν περάσουμε τώρα στις άλλες λειτουργίες της σκέψης, η υπόθεση που μας υποβάλλουν αρχικά τα γεγονότα δεν είναι εκείνη ενός αυστηρού παραλληλισμού μεταξύ της πνευματικής και της εγκεφαλικής ζωής. Σε γενικές γραμμές, στην εργασία της σκέψης, όπως και στη λειτουργία της μνήμης, ο εγκέφαλος εμφανίζεται απλώς επιφορτισμένος με το να ανατυπώνει στο σώμα τις κινήσεις και τις στάσεις εκείνες, οι οποίες υποδύονται ό,τι σκέπτεται το πνεύμα ή ό,τι οι περιστάσεις το κάνουν να σκέπτεται. Αυτό εξάλλου το εξέφρασα αλλού, λέγοντας ότι ο εγκέφαλος είναι «όργανο παντομίμας». Πρόσθεσα δε: «Αυτός που θα μπορούσε να δει στο εσωτερικό ενός εγκεφάλου σε πλήρη δραστηριότητα, να ακολουθήσει το πηγαινέλα των ατόμων και να ερμηνεύσει οτιδήποτε κάνουν, θα μπορούσε πιθανώς να γνωρίσει κάτι απ’ ό,τι συμβαίνει στο πνεύμα, αλλά θα ήταν κάτι ελάχιστο. Θα μπορούσε να γνωρίσει ακριβώς ό,τι εκφράζεται με χειρονομίες, στάσεις και κινήσεις του σώματος· τη δράση μιας ψυχικής κατάστασης, που βρίσκεται σε διαδικασία ολοκλήρωσης ή απλώς γένεσης: το υπόλοιπο θα του διέφευγε. Θα βρισκόταν αντιμέτωπος με σκέψεις και συναισθήματα που εκτυλίσσονται στο εσωτερικό της συνείδησης, στην κατάσταση του θεατή που βλέπει ξεκάθαρα όλα όσα οι ηθοποιοί κάνουν πάνω στη σκηνή, αλλά δεν ακούει ούτε λέξη απ’ ό,τι του λένε». Ή ακόμη θα ήταν όπως το πρόσωπο εκείνο που αντιλαμβάνεται μια συμφωνία μόνο από τις κινήσεις της μπαγκέτας του ενορχηστρωτή. Τα εγκεφαλικά φαινόμενα είναι, πράγματι, ως προς την ψυχική ζωή ό,τι οι χειρονομίες του ενορχηστρωτή ως προς τη συμφωνία: σχεδιάζουν μόνο τις κινητήριες αρθρώσεις, δεν κάνουν τίποτε άλλο. Δεν θα βρίσκαμε λοιπόν καμιά από τις υψηλότερες λειτουργίες του πνεύματος στο εσωτερικό του εγκεφαλικού φλοιού. Ο ρόλος του εγκεφάλου, εκτός από τις αισθητηριακές λειτουργίες του, είναι απλώς να μιμείται, με την ευρύτερη έννοια του όρου, την πνευματική ζωή.'
Ανρί Μπερξόν, Το Όνειρο, μτφρ. Πολυξένη Ζινδριλή, εκδ. Επέκεινα
'Sometimes I Feel Like A Motherless Child' - Tango Mangalore
Της μάνας μου η μήτρα - Μπλεζ Σαντράρ
Ήταν η πρώτη μου κατοικία
Κάπως στρογγυλή
Φαντάζομαι καμιά φορά
Εγώ το πώς θα ήμουν...
Τα πόδια μου στην καρδιά σου μητέρα
Τα γόνατά μου στο συκώτι σου πιεσμένα
Τα χέρια μου κρατιόντουσαν απ’ το κανάλι
Όπου κατέληγε η κοιλιά σου
Η πλάτη μου μία λυγισμένη σπείρα
Τα αυτιά μου βουλωμένα τα μάτια μου κενά
Σφιχτά κουλουριασμένος
Το κεφάλι μου έτοιμο να βγει από το σώμα μου
Το κρανίο μου στο άνοιγμά σου
Ευτυχισμένος με τη δική σου υγεία
Μέσα στη θέρμη του αίματός σου
Με τις αγκαλιές του πατέρα
Συχνά μια υβριδική φωτιά
Ηλέκτριζε το σκοτάδι μου
Ένα σοκ στο κρανίο με ηρεμούσε
Και σε κλωτσούσα στην καρδιά
Ο μεγάλος μυς της μήτρας σου
Τανύστηκε με δύναμη
Με πόνο ελευθερώθηκα
Κι εσύ με πλημμύρισες με το αίμα σου
Το μέτωπό μου είναι ακόμα βαθουλωμένο
Απ’ τα σπρωξίδια του πατέρα μου
Γιατί να κινδυνέψει κανείς
Από πιθανό πνιγμό;
Άμα μπορούσα το στόμα μου ν’ ανοίξω
θα σε δάγκωνα
Άμα μπορούσα τότε να μιλήσω
θα ’λεγα:
Σκατά, δεν θέλω να ζήσω!
*
Είναι πως κάποια μέρα - Αντονέν Αρτό
Είναι πως κάποια μέρα
Εκεί που βρισκόμουν
Και όπως βρισκόμουν
Δεν ήμουν πλέον παρθένος
Ούτε άθικτος
Ούτε ελεύθερος
Ούτε μόνος
Ούτε στην αρχή
Ούτε στο τέλος
Κι ενόσω ήμουν ακόμη ο εαυτός μου
Το μίασμα των πλασμάτων με είχε σκεπάσει
Και είχε προσκολληθεί στην αρχή·
Είπα λοιπόν
Πως στη σκέψη αρχή δεν υπήρξε,
Και πως ο εαυτός μου ήταν η αρχή, μέσα στο σώμα μου,
Και όσο για το μίασμα που με σκεπάζει, θα το καθαρίσω
Μ’ ένα ξεσκονιστήρι.
Το ζήτημα είναι πως, δεν υπάρχει νους από το σώμα μου
Να βγει ώστε να υποδείξει περί τίνος πρόκειται,
Ούτε σκέψη με τις πράξεις του σώματός μου σχετική,
Οι πράξεις του σώματός μου βαστούσαν μέσα στα όριά τους,
Μονάχες,
Δίχως ακτινοβολία
Ή
Ουσία
Ή της
Σκέψης
Το άνθισμα
Που είναι το σημείο όπου η αμαρτία σε εμένα προσκολλήθηκε
Για να με καταστρέψει:
Να δράσω ή να μη δράσω
Να είμαι ή να μην είμαι
Όλες οι μέθοδοι προσποίησης του προβλήματος της ζωής
Έξω από το σώμα μου σ’ ένα διάστημα
Που είναι προβληματικό, πλασματικό, φανταστικό, κτλ.
Οτιδήποτε όμορφο
θα γίνει όμορφο στα δέντρα, στα λουλούδια, στη χλόη
Μα ουδέποτε στη σκέψη·
Κι ακόμη και στα δέντρα, στα λουλούδια, στη χλόη,
Δεν έχει ακόμη παρατηρηθεί.
Οτιδήποτε ανήκει στο διάστημα της φαντασίας
Και της αναδημιούργητης αντίληψης.
Και η λέξη «αδημιούργητη» σημαίνει το τίποτα απολύτως.
από την ανθολογία Παρασπουδές στη Γαλλική Ποίηση, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Bibliothèque

'Δεν εἶμαι τό ἀποτέλεσμα ἤ ἡ διασταύρωση τῶν πολλαπλῶν αἰτιοτήτων πού προσδιορίζουν τό σῶμα μου ἤ τήν «ψυχή» μου, δέν μπορῶ νά σκεφτῶ τον ἑαυτό μου σάν τμῆμα τοῦ κόσμου, σάν ἁπλό ἀντικείμενο τῆς βιολογίας, τῆς ψυχολογίας καί τῆς κοινωνιολογίας, μήτε νά κλειστῶ μέσα στό σύμπαν τῆς ἐπιστήμης. Ὅ,τι γνωρίζω γιά τόν κόσμο, ἀκόμη κι ἐπιστημονικά, τό γνωρίζω ἀπό μιά ἄποψη δική μου ἤ μιάν ἐμπειρία τοῦ κόσμου δίχως τήν ὁποία τά σύμβολα τῆς ἐπιστήμης δέν θά σήμαιναν τίποτα. Ὅλο τό σύμπαν τῆς ἐπιστἠμης εἶναι οἰκοδομημένο πάνω στόν βιωμένο κόσμο, κι ἄν θέλουμε νά σκεφθοῦμε τήν ἴδια τήν ἐπιστήμη με σοβαρότητα, ν᾽ ἀποτιμήσουμε με ἀκρίβεια τό νόημα καί τή σπουδαιότητά της, ὀφείλουμε ν᾽ἀφυπνίσουμε πρῶτα αὐτή τήν ἐμπειρία τοῦ κόσμου τῆς ὁποίας εἶναι ἡ δευτερογενής ἔκφραση. Ἡ ἐπιστήμη δέν ἔχει καί δέν θά ἔχει ποτέ τό ἴδιο ὀντολογικό νόημα μέ τόν ἀντιληπτό κόσμο γιά τόν ἁπλό λόγο ὅτι εἶναι ἕνας προσδιορισμός ἤ μιά ἐξήγησή του. Εἶμαι ὄχι ἕνα «ζωντανό ὄν» ἤ ἀκόμη ἕνας «ἄνθρωπος» ἤ ἀκόμη μιά «συνείδηση», μέ ὅλα τά χαρακτηριστικά πού ἡ ζωολογία, ἡ κοινωνική ἀνατομία ἤ ἡ ἐπαγωγική ψυχολογία ἀναγνωρίζουν σ᾽ αὐτά τά παράγωγα τῆς φύσης ἤ τῆς ἱστορίας –εἴμαι ἡ ἀπόλυτη πηγή, ἡ ὕπαρξή μου δέν προέρχεται ἀπ᾽ τά προηγούμενά μου, ἀπό τόν φυσικό καί κοινωνικό περίγυρό μου, ὁδηγεῖται πρός αὐτά και τά ὑποβαστάζει, γιατί ἐγώ εἶναι πού κάνω νά ὑπάρξει γιά μένα (και συνεπῶς νά ὑπάρξει στή μοναδική ἔννοια πού ἡ λέξη μπορεῖ να ᾽χει γιά μένα) αὐτή ἡ παράδοση πού ἐκλέγω ν᾽ ἀναλάβω ἤ αὐτός ὁ ὁρίζοντας τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόσταση ἀπό μένα) αὐτή ἡ παράδοση πού ἐκλέγω ν᾽ ἀναλάβω ἤ αὐτός ὁ ὁρίζοντας τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόσταση ἀπό μένα θά κατέρρεε, ἀφοῦ δέν τοῦ ἀνήκει σάν ἰδιότητα, ἄν δέν ἤμουν ἐδῶ γιά νά τή διατρέξω μέ τό βλέμμα. Οἱ ἐπιστημονικές ἀπόψεις, σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες ἀποτελῶ μιά στιγμή τοῦ κόσμου, εἶναι πάντα ἀφελεῖς καί ὑποκριτικές, γιατί ὑπονοοῦν, δίχως νά τήν ἀναφέρουν, αύτή τήν ἄλλη ἄποψη τῆς συνείδησης, μέ τήν ὁποία στήν ἀρχή ἕνας κόσμος ταξιθετεῖται γύρω μου κι ἀρχίζει νά ὑπάρχει γιά μένα. Τό νά ἐπιστρέφουμε στά πράγματα τά ἴδια πάει νά πεῖ να ἐπιστρέφουμε σ᾽ αὐτόν τον πρίν ἀπό τή γνώση κόσμο γιά τόν ὁποῖο πάντα μιλάει ἡ γνώση καί ὡς πρός τόν ὁποίο κάθε ἐπιστημονικός προσδιορισμός εἶναι ἀφηρημένος, ἐνδεικτικός και ἐξαρτώμενος, ὅπως ἡ γεωγραφία ὡς πρός τό τοπίο, ὅπου στήν ἀρχή ἔχουμε μάθει τί εἶν᾽ ἕνα δάσος, ἕνα λειβάδι κι ἕνας ποταμός.'
Μορίς Μερλό-Ποντί, Προοίμιο στη Φαινομενολογία της Αντίληψης, μτφρ. Φώτης Καλλίας, εκδ. Έρασμος



