Για να ξεπεράσει η προσευχή μου την αντίληψή μου, για να αποθέσω την ματαιοδοξία μου στα πόδια Σου, για να μη φοβάμαι πλέον την Κρίση για τον Άλλεν για να μη φοβάμαι πλέον την Κρίση για αυτού του κόσμου γεννημένου στο ΝΙΟΥΑΡΚ ερχόμενου στην Αιωνιότητα στη Νέα Υόρκη κλαίγοντας ξανά στο Περού για ανθρώπινη Γλώσσα για να ψάλλω το Ανείπωτο, για να εισέλθω στο γαλήνιο νερό του σύμπαντος για να τα βγάλω πέρα μ’ αυτό το κύμα, να μην πνιγώ για πάντα στον κατακλυσμό της φαντασίας μου για να μη σκοτωθώ μέσα απ' την ίδια την τρελή μαγεία μου αυτό το έγκλημα τιμωρείται στις σπλαχνικές φυλακές του Θανάτου, οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την ομιλία μου εξ αιτίας της δικής τους άσπλαχνης καρδιάς, οι προφήτες με βοηθούν με Διακηρύξεις, τα Σεραφείμ επευφημούν το όνομά Σου, Εσύ με μιας με το πελώριο Στόμα του Σύμπαντος Εσύ με μιας με το κάνε το κρέας ν’ αποκριθεί.
Άλεν Γκίνσμπεργκ, In Memoriam: Άλλεν Γκίνσμπεργκ 1926-1997, μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Εκδόσεις της Λίμνης
'Υποφέρω τρομερά απ’ τη ζωή. Δεν υπάρχει κατάσταση που να μπορώ να φθάσω. Κι είναι απόλυτα βέβαιο ότι είμαι νεκρός από καιρό, ότι έχω ήδη αυτοκτονήσει. Μ’ αυτοκτονήσανε, δηλαδή. Κι όμως τι θ’ αναλογιζόσαστε για μια αυτοκτονία προγενέστερη, μια αυτοκτονία που θα μας έκανε να παλινδρομήσουμε, αλλά απ’ την άλλη μεριά της ύπαρξης και όχι απ’ τη μεριά του θανάτου. Αυτό μονάχα θα ’χε για μένα κάποια άξία. Δεν αισθάνομαι την επιθυμία του θανάτου, αισθάνομαι την επιθυμία του να μην υπάρχεις, του να μην είσαι ποτέ ριγμένος μέσα σ’ αύτή τη διασκέδαση που σου προσφέρουν οι χαζομάρες, οι αποκηρύξεις οι αρνήσεις κι οι άχρωμες συναντήσεις, που είναι το εγώ του Αντονέν Αρτώ, πολύ πιο αδύναμο απ’ αυτόν τον ίδιο. Το εγώ αυτού του περιπλανώμενου σακάτη που από καιρό σε καιρό έρχεται να προβάλλει τη σκιά του πάνω στην όποία έχει φτύσει ο ίδιος από πολύ καιρό. Αυτό το εγώ, το ανάπηρο, που σέρνεται στη γη, Αυτό το αυτοδύναμο, απίθανο εγώ, που παρ’ όλα αυτά ξαναβρίσκει τον εαυτό του μέσα στην πραγματικότητα. Κανένας δεν ένιωσε όπως αυτό την αδυναμία του που είναι η κύρια, η ουσιαστική αδυναμία του ανθρώπινου γένους. Να καταστρέψει, να μην υπάρξει.'
'Μου μιλάνε για λέξεις, μα δεν πρόκειται για λέξεις, πρόκειται για τη διάρκεια του πνεύματος. Σ’ αυτή τη φλούδα των λέξεων που πέφτει, πρέπει να φανταστούμε πως είναι ανακατεμένη και η ψυχή. Δίπλα στο πνεύμα υπάρχει η ζωή, υπάρχει η ανθρώπινη ύπαρξη, στην περιφέρεια της οποίας περιστρέφεται αυτό το πνεύμα, ενωμένο μαζί της μ’ ένα πλήθος νοημάτων...'
'Για μένα, όποιος λέει Σάρκα, εννοεί, πάνω απ’ όλα, σύλληψη, ένα δασύ τρίχωμα, μια ξεγυμνωμένη σάρκα με όλη τη διανοητική εμβάθυνση αυτού του θεάματος της καθαρής σάρκας και μ’ όλες τις συνέπειες που επιφέρει στις αισθήσεις, δηλαδή μέσα στο συναίσθημα.
Μα όποιος λέει συναίσθημα εννοεί προαίσθημα, δηλαδή άμεση γνώση, επικοινωνία που επιστρέφει και φωτίζεται από μέσα. Υπάρχει ένα πνεύμα μέσα στη σάρκα, αλλά ένα πνεύμα αιφνιδιαστικό σαν τον κεραυνό. Και παρ' όλα αυτά, η δόνηση της σάρκας μετέχει στην υψηλή ουσία τους πνεύματος. Και από την άλλη, όποιος λέει σάρκα, εννοεί ακόμα ευαισθησία. Ευαισθησία, δηλαδή οικείωση, αλλά οικείωση εσώτερη, κρυφή, βαθιά, απόλυτη με τον πόνο του ίδιου μου του εαυτού και, κατά συνέπεια, γνώση μοναχική και μοναδική αυτού του πόνου.'
'Υπάρχει αύτή ή αδιάκοπη μόλυνση της ζωής, υπάρχει αύτή ή επιδρομή της φύσης η οποία διαμέσου ενός παιχνιδιού από μυστηριακές αντανακλάσεις και διακυβεύσεις εισχωρεί πολύ καλύτερα κι από μας τους ίδιους μέχρι την πηγή της ζωής μας. Απ’ όποια μεριά και να κοιτάξω μέσα στον εαυτό μου, νιώθω πως καμιά απ’ τις χειρονομίες μου, καμιά απ’ τις σκέψεις μου δε μου ανήκει. Δεν αισθάνομαι τη ζωή παρά με μια καθυστέρηση που την καθιστά απελπιστικά αυτοδύναμη. Για καθεμιά σκέψη μου που αποκηρύσσω έχω ήδη αυτοκτονήσει. Ακόμα και μέσα στο κενό μένουν παρά πολλά πράγματα για να καταστρέψω. Νομίζω πώς αρνούμαι να πεθάνω. Δε συλλαμβάνω, δε νιώθω το θάνατο σαν μια περιπέτεια, νιώθω να πεθαίνω, να πεθαίνω χωρίς στόμφο, χωρίς αντίσταση, χωρίς κουβέντα, άλλά μ’ έναν αργό, αμετάβλητο σπαραγμό. Δεν μπορώ να συλλάβω τίποτ’ άλλο έκτός απ’ αυτό που μπαίνει στη σκέψη μου. Ο θάνατος δεν μπορεί να ’ναι παρά ένα απ’ αυτά τα χίλια ρίγη, μια απ’ αυτές τις αόριστες γρατσουνιές των πραγμάτων που αγγίζουν τη μεμβράνη του εγώ μου. Και τα πράγματα στ’ αλήθεια δεν είναι πια για να τα ζει κανείς: αισθάνομαι ότι έχω ζήσει τα πάντα, και αν στραφώ προς το θάνατο για ν’ απελευθερωθώ απ’ αυτή την υποδούλωση του να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι, να ζεις. Αλλά αυτό που μου προκαλεί το μεγαλύτερο φόβο μες στο θάνατο, δεν είναι αυτό το πλησίασμα με το Θεό, αυτή η επιστροφή στο επίκεντρό μου, είναι ή αναγκαιότητα μίας οριστικής επιστροφής στον ίδιο τον εαυτό μου σαν κατάληξη για τα βάσανα μου. Δεν μπορώ να απελευθερωθώ από τη ζωή. Δεν μπορώ να απελευθερωθώ από κάτι. Θα ’θελα να βεβαιωθώ πως η σκέψη, η αίσθηση, η ζωή, είναι γεγονότα προγενέστερα του Θεού· η αυτοκτονία θα ’χε τότε κάποιο νόημα. Αλλά ο Θεός, ο ανόητος ο θάνατος, η ζωή η ακόμα πιο φριχτή, είναι οι τρεις όροι ενός άλυτου προβλήματος που η αυτοκτονία δεν αγγίζει.'
'Σκύλοι πάψτε πια να κυλάτε τα χαλίκια στην ψυχή μου. Εγώ. Εγώ. Γυρίστε τη σελίδα των συντριμμάτων. Ακόμα κι εγώ ελπίζω στην ουράνια αμμουδιά και στη χωρίς όρια παραλία. Πρέπει αυτή η φωτιά ν’ αρχίσει μέσα μου. Αύτή η φωτιά κι αυτές οι γλώσσες, και οι σπηλιές της κυοφορίας μου. Ας ξανάρθουν τα παγόβουνα να εξοκείλουν στα δόντια μου. Έχω το κρανίο χοντρό, μα την ψυχή λεία και μια καρδιά από κατακάθια. Μου λείπουν οι μετεωρισμοί, μου λείπουν τ’ αναμμένα χαστούκια. Γυρεύω μέσα στο λαρύγγι μου ονόματα, και σαν το βλέφαρο που τρεμοπαίζει πράγματα, τη μυρωδιά του κενού, μια μπόχα του παράλογου, την κοπριά του ολοκληρωμένου θανάτου.... Το ελαφρό και σπάνιο χιούμορ. Κι εγώ ακόμα περιμένω τον άνεμο. Όπως κι αν το λένε, αγάπη ή αθλιότητα, δε θα μπορέσει να με ρίξει παρά σε μια ακτή γεμάτη κόκαλα.'
Αντονέν Αρτό, Η Μεγάλη Μέρα και η Μεγάλη Νύχτα, μτφρ. Στέφανος Ευθυμιάδης, εκδ. Αιγόκερως
Lebenserinnerungen des Dr. jur. Schulze III (1965) - Werner Tübke
'It is a melancholy experience for a professional mathematician to find himself writing about mathematics. The function of a mathematician is to do something, to prove new theorems, to add to mathematics, and not to talk about what he or other mathematicians have done. Statesmen despise publicists, painters despite art-critics, and physiologists, physicists, or mathematicians have usually similar feelings; there is no scorn more profound, or on the whole more justifiable, than that of the men who make for the men who explain. Exposition, criticism, appreciation, is work for second-rate minds.'
'I have never done anything “useful”. No discovery of mine has made, or is likely to make, directly or indirectly, for good or ill, the least difference to the amenity of the world. I have helped to train other mathematicians, but mathematicians of the same kind as myself, and their work has been, so far at any rate as I have helped them to it, as useless as my own. Judged by all practical standards, the value of my mathematical life is nil; and outside mathematics it is trivial anyhow. I have just one chance of escaping a verdict of complete triviality, that I may be judged to have created something worth creating. And that I have created something is undeniable: the question is about its value. The case for my life, then, or for that of any one else who has been a mathematician in the same sense in which I have been one, is this: that I have added something to knowledge, and helped others to add more; and that these somethings have a value which differs in degree only, and not in kind, from that of the creations of the great mathematicians, or of any other artists, great or small, who have left some kind of memorial behind them.'
G. H. Hardy, A Mathematician's Apology, publisher: Cambridge University Press
'Προσωπικά, δεν μπορώ να πω με ακρίβεια τι σχέδια είχε ο Αλέξανδρος ούτε και μ’ ενδιαφέρει να υποθέσω. Εκείνο όμως που μου φαίνεται ότι μπορώ να ισχυριστώ είναι ότι ο Αλέξανδρος δεν είχε τίποτα μικρό ή ασήμαντο στο μυαλό του· ούτε θα έμενε ήσυχος στις περιοχές που είχε ήδη καταχτήσει, ακόμη κι αν πρόσθετε την Ευρώπη στην Ασία και τα Βρετανικά νησιά στην Ευρώπη. Πέρα και από αυτά, θα ζητούσε να βρει κάτι άγνωστο ακόμα ερίζοντας όχι με κανέναν άλλο αλλά με τον ίδιο τον εαυτό του. Υπάρχει μια ιστορία για τους φιλοσόφους των Ινδών σε σχέση με τα παραπάνω και για την οποία τους επαινώ. Λένε ότι ο Αλέξανδρος τους βρήκε να κάθονται στο ύπαιθρο, σ’ ένα λιβάδι που ήταν η μόνιμη κατοικία τους και ότι, όταν αντίκρισαν τον ίδιο και τη στρατιά του, άλλο δεν έκαναν από το να χτυπούν με τα πόδια τους τη γη που πατούσαν. Όταν ο Αλέξανδρος έβαλε διερμηνείς να τους ρωτήσουν τι σημαίνει αυτό που κάνουν, εκείνοι απάντησαν: «Βασιλιά Αλέξανδρε, κανένας δεν κατέχει μεγαλύτερο κομμάτι γης από αυτό που πάνω του πατάμε. Και συ που είσαι άνθρωπος με τις ίδιες ιδιότητες των άλλων, εκτός από την πολυπραγμοσύνη και την υπερηφάνεια σου, κατέκτησες τόση γη μακριά από την πατρίδα σου και τη μοίρασες και σε άλλους για να τη διοικούν. Κι όμως, σε λίγο θα πεθάνεις και θα έχεις δική σου τόση γη όση αρκεί για να ταφεί το σώμα σου».'
Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, Τόμος 4: Βιβλίο Έβδομο: Ινδική, μτφρ. Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος