προγραφές

ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ ή ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ - Άντζελα Κάρτερ

α) ΤΑ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ
Μ’ όλο που άνετα μπορείτε να επικεντρώσετε το παραμύθι όχι στη Σταχτοπούτα αλλά στις ακρωτηριασμένες ετεροθαλείς αδελφές της, να το θεωρείσετε ως ιστορία όπου αφαιρούνται κομμάτια σάρκας από τις γυναίκες ώστε να «χωρέσουν» ή να «ταιριάξουν», η αφήγηση ξεκινά πάντα με τη μάνα της Σταχτοπούτας, σα να ’ναι αυτή η πρωταγωνίστρια, μολονότι βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου από την αρχή κιόλας του παραμυθιού: «Η γυναίκα ενός πλουσίου έπεσε βαριά άρρωστη και νιώθοντας ότι το τέλος της πλησίαζε, κάλεσε την κόρη της να την ορμηνέψει.» Προσέξτε την απουσία του συζήγου/πατέρα. Παρότι η γυναίκα προσδιορίζεται μέσα από τη σχέση της μ’ αυτόν (παντρεμένη μ’ έναν πλούσιο), η κόρη είναι κατηγορηματικά δική της, λες και την απέκτησε μόνη της, και όλη η ιστορία αφορά μόνο τις γυναίκες, διαδραματίζεται στο δικό τους χώρο, είναι μία μάχη ανάμεσα σε δύο αντίθετες παρατάξεις· από τη μία, η Σταχτοπούτα και η μητέρα της, από την άλλη, η μητριά και οι δικές της θυγατέρες.
Πρόκειται για μια σύγκρουση δυο γυναικείων οικογενειών που έχουν βρεθεί αντιμέτωπες αξαιτίας της αντιζηλίας τους για τους άντρες (σύζυγος/πατέρας, σύζηγος/γιος), οι οποίοι δεν παρουσιάζονται παρά σα θύματα της έλξης που οι γυναίκες νιώθουν γι’ αυτούς μα που ταυτόχρονα η αξία τους είναι αδιαμφισβήτητη επειδή εκφράζεται σε αμιγώς οικονομικούς όρους («πλούσιος», «βασιλόπουλο»).
Ο πατέρας της Σταχτοπούτας, ο ηλικιωμένος άντρας, είναι το πρώτο αντικείμενο του πόθου και της διχόνοιας τους· η μητριά τον αποσπά από τη νεκρή μάνα πριν ακόμη κρυώσει το κουφάρι της, αμέσως μόλις χαλαρώσει τη λαβή της. Κι έπειτα έχουμε το νεαρό, τον δυνάμει σύζυγο, τον υποθετικό γαμπρό, τον οποίο διεκδικούν και οι δύο μητέρες, χρησιμοποιώντας τις κόρες τους σαν εργαλεία πολέμου ή ως υποκατάστατα στην υπόθεση του ζευγαρώματος.
Αν οι άντρες, και οι τραπεζικές καταθέσεις που αντιπροσωπεύουν, είναι τα παθητικά θύματα των δύο ώριμων γυναικών, τότε τα κορίτσια, και τα τρία, ενεργοποιούνται αποκλειστικά και μόνο από τη θέληση των μανάδων τους. Ακόμη κι αν η μητέρα της Σταχτοπούτας πεθαίνει στην αρχή του παραμυθιού, το κύρος της ως νεκρής την καθιστά ισχυρότερη· το φάντασμα της μάνας κυριαρχεί στην αφήγηση και έιναι, στην ουσία, το βασικό κίνητρο, το θεμελιώδες γεγονός που αποτελεί λόγο ύπαρξης για όλα τα άλλα γεγονότα.
Η μάνα βεβαιώνει την κόρη: «Πάντα θα σε φροντίζω, θα είμαι πάντα κοντά σου.»
Σ’ αυτή τη φάση, η Σταχτοπόυτα δεν έχει όνομα. Είναι η κόρη της μάνας της. Μόνο αυτό. Πρέπει να έρθει η μητριά και να την ονομάσει Σταχτοπούτα –σα σκληρό χωρατό· βαφτίζοντας την έτσι, καταργεί το πραγματικό της όνομα, όποιο κι αν ήταν, τη διώχνει από την οικογένεια, την εκτοπίζει απ’ το κοινό τραπέζι στο παραγώνι παρέα με τις στάχτες, της αφαιρεί τον εξαρτώμενο αλλά τιμητικό τίτλο της θυγατέρας και της απονέμει τον εξίσου εξαρτώμενο αλλά ατιμωτικό τίτλο της υπηρέτριας.
Η μάνα της Σταχτοπούτας τής είχε υποσχεθεί ότι θα τη φρόντιζε, όμως πήγε και πέθανε η αναξιόπιστη, και ο πατέρας ξαναπαντρεύτηκε, παρέχοντας στη Σταχτοπούτα μια απομίμηση μητέρας με δικές της κόρες τις αγαπά με το ίδιο σφοδρό πάθος που αγαπούσε και εξακολούθησε μεταθανάτια να αγαπά τη Σταχτοπούτα η μάνα της, όπως θα δούμε παρακάτω.
Και τώρα η επίμαχη ερώτηση: ποιες θα είναι οι επίσημες κόρες του σπιτικού; «Οι δικές μου!» δηλώνει η μητριά και βάζει την Σταχτοπούτα να σκουπίζει, να σφουγγαρίζει, να κοιμάται μες στην καπνιά του τζακιού, ενώ οι δικές της θυγατέρες πλαγιάζουν στα φρεσκοπλυμένα σεντόνια της Σταχτοπούτας. Η Σταχτοπούτα, που έχει πάψει να είναι κόρη της μάνας ή του πατέρα της, ακούει σ’ ένα ξερό, βρωμερό, εξευτελιστικό υποκοριστικό, μια και τα πάντα έχουν γίνει –στην κυριολεξία- στάχτη και μπούρμπερη.
Στο μεταξύ, η κάλπικη μάνα κοιμάται στο κρεβάτι όπου πέθανε η αληθινή και, ενδεχομένως, απολαμβάνει την ηδονή που της προσφέρει ο σύζυγος/πατέρας (εκτός κι αν η ηδονή δεν είναι μέσα στη συμφωνία). Δεν μας λεν τι κάνει ο σύζυγος/πατέρας, αλλά είμαστε σε θέση να συμπεράνουμε ότι κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι.
Και πώς μπορεί να επέμβει η πραγματική μάνα; Ακόμη κι αν φλέγεται από αγάπη και οργή, είναι νεκρή και θαμμένη.
Εκείνο που δεν μπορώ να καταλάβω σ’ αυτή την ιστορία είναι ο πατέρας. Τόσο έχει ξετρελαθεί με την καινούρια του γυναίκα που δεν ανοίγει τα μάτια να δει την κόρη του, ξεθεωμένη από την κούραση και βουτηγμένη στη λίγδα της κουζίνας και τις στάχτες του τζακιού; Αν δεχτούμε ότι κάτι καταλάβαινε από το δράμα που παιζόταν καθημερινά στο σπίτι του, τότε είμαστε αναγκασμένοι να υποθέσουμε ότι αρκούνταν στο ν’ αφήνει το ανέβασμα της παράστασης στις γυναίκες γιατί, ακόμη κι αν απουσίαζε συχνά, πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι είναι το δικό του σπίτι όπου η Σταχτοπούτα κοιμάται στις στάχτες, ότι αυτός είναι ο αόρατος κρίκος που συνδέει τις δύο ομάδες μανάδων και θυγατέρων στη βίαιη εξίσωσή τους. Είναι ο αδιάφορος υποκινητής, ο αθέατος οργανωτικός κανόνας, κάτι σαν το Θεό, και, να Θεός, νάτος που εμφανίζεται ξαφνικά μία ωραία ημέρα για να εισαγάγει ένα νέο, ουσιώδες στοιχείο στην πλοκή.
Χωρίς τον απόντα πατέρα, δεν θα υπήρχε ιστορία γιατί δεν θα υπήρχε σύγκρουση.
Αν οι γυναίκες κατάφερναν να παραμερίσουν τις διαφορές τους και συζητούσαν καλοπροαίρετα τα προβλήματά τους, θα ένωναν τις δυνάμεις τους και θα έδιωχναν τον πατέρα. Και τότες όλες τους θα κοιμόντουσαν στο μοναδικό κρεβάτι.
Ιδού, λοιπόν, το νέο στοιχείο που εισαγάγει ο πατέρας: λέει, «Φεύγω ταξίδι για δουλειές. Τι δώρα θέλουν να τις φέρω οι τρεις μου κορούλες;»
Προσέξτε το: οι τρεις του κορούλες.
Μόλις τώρα σκέφτηκα ότι ίσως οι κόρες της μητριάς ήταν στην πραγματικότητα δικές του κόρες, τόσο δικές του όσο και η Σταχτοπούτα, οι «φυσικές» του κόρες, καθώς λένε, θαρρείς και υπάρχει κάτι εγγενώς αφύσικο στην πιστοποίηση της πατρικής γνησιότητας. Κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε τις ισορροπίες της ιστορίας, θα δικαιολογούσε τη συνενοχή του πατέρα στην άνοδο και, τελικά, στην επικράτηση των άλλων κοριτσιών. Θα εξηγούσε τον εσπευσμένο γάμο και την εχθρική στάση της μητριάς.
Όμως συγχρόνως θα μετέτρεπε την ιστορία σε κάτι άλλο γιατί θα της παρείχε κίνητρα, κ.ο.κ.· θα σήμαινε ότι θ’ αναγκαζόμουν να επινοήσω κάποιο παρελθόν για όλους αυτούς τους ανθρώπους, να τους παρουσιάσω τρισδιάστατους, να τους εφοδιάσω με προτιμήσεις και αναμνήσεις, να σκεφτώ τι θα έτρωγαν, τι θα φορούσαν, τι θα έλεγαν. Η «Σταχτοπούτα» θα μεταμορφωνόταν από στοιχειώδες παραμύθι –με το χαρακτηριστικό στερεότυπο «και, που λέτε, μετά»- σε συναισθηματική και τεχνική πολυπλοκότητα του αστικού ρεαλισμού. Οι ήρωες θα έπρεπε να μάθουν να σκέφτονται. Όλα θ’ άλλαζαν.
Θα μείνω, λοιπόν, σ’ αυτά που ξέρω.
Τι δώρα θέλουν οι τρεις του κορούλες;
«Εμένα να μου φέρεις ένα μεταξωτό φουστάνι», είπε η μεγαλύτερη. «Εμνένα να μου φέρεις ένα μαργαριταρένιο περιδέραιο», είπε η μεσαία. Και τι ζήτησε η Τρίτη, η λυσμονημένη, η θυγατέρα που κλήθηκε από την κουζίνα σε μια στιγμιαία φιλανθρωπική παρόρμηση, εκείνη που βγήκε σκουπίζοντας τα σκασμένα από τη δουλειά χέρια της στην ποδιά της, τυλιγμένη στη μυρωδιά της κρύας στάχτης;
«Εγώ θέλω το πρώτο κλαρί που θα μαγκώσει στο καπέλο σου όταν γυρνάς στο σπίτι», είπε η Σταχτοπούτα.
Γιατί ζήτησε ό,τι ζήτησε; Είχε καταλάβει, σε μια ξαφνική αναλαμπή, πόσο λίγο μετρούσε για τον πατέρα της; Ή μήπως κάποιο όνειρο τη συμβούλεψε να χρησιμοποιήσει αυτή την τυχαία έκφραση ανομολόγητης επιθυμίας, να επιτρέψει στην τυφλή τύχη να διαλέξει το δώρο της; Εκτός κι αν ήταν το ακοίμητο φάντασμα της μάνας της που, ψάχνοντας ανήσυχα για κάποιο δρόμο επιστροφής, μπήκε στο στόμα της κοπέλας και μίλησε αντί γι’ αυτήν.
Ο πατέρας τής έφερε ένα κλαρί φουντουκιάς. Εκείμη το φύτεψε στο τάφο της μητέρας της και το πότιζε με τα δακρυά της. Το κλαρί μεγάλωσε κι έγινε δέντρο. Και μια μέρα που η Σταχτοπούτα ήρθε να θρηνήσει στον τάφο της μάνας της, μια τρυγόνα της σιγόκελάιδησε: «Δεν θα σ’ αφήσω ποτέ, πάντα θα σε προστατεύω.»
Και τότε η Σταχτοπούτα κατάλαβε ότι η τρυγόνα ήταν το φάντασμα της μαμάς της κι ότι η ίδια εξακολουθούσε να είναι κόρη της μάνας της και μ’ όλο που έκλαιγε και χτυπιόταν και λαχταρούσε να ξαναδεί τη μητέρα της, η καρδιά της βούλιαζε διαπιστώνοντας ότι η εν λόγω μητέρα, αν και νεκρή, δεν ήταν αμετάκλητα χαμένη, οπότε έπρεπε στο εξής να υπακούει στις εντολές της.
Και ήρθε η ώρα εκείνου του παράξενου πανηγυριού που συνηθιζόταν στη χώρα, όπου όλες οι μόνιμες κάτοικοι-παρθένες χόρευαν μπροστά στον πρίγκιπα για να διαλέξει τούτος τη μελλοντική του γυναίκα.
Η τρυγόνα λύσαγε να παντρέψει την κόρη της με το βασιλόπουλο. Θα περίμενε κανείς ότι η δική της εμπειρία του έγγαμου βίου θα την έκανε πιο προσεχτική, αλλά όχι, έτσι έπρεπε, τι άλλο μπορεί να κάνει ένα κορίτσι; Η τρυγόνα, λοιπόν, λύσσαγε να παντρέψει την κόρη της με το βασιλόπουλο, έτσι τρύπωσε πετώντας στο σπίτι, άρπαξε το καινούριο μεταξωτό φόρεμα με το ράμφος της, το ‘συρε από το ανοιχτό παράθυρο, το πέταξε στη Σταχτοπούτα. Το ίδιο έκανε και με το μαργαριταρένιο περιδέραιο. Η Σταχτοπούτα πλύθηκε καλά-καλά στην αυλή με νερό από το πηγάδι, έβαλε το φουστάνι, στολίστηκε το κολιέ, βγήκε κλεφτά από την πίσω πόρτα, κι έτρεξε στο πανηγύρι ενώ οι ετεροθαλείς αδελφές της ανγκάστηκαν να μείνουν μέσα και να κλαίνε γιατί δεν είχαν τίποτα να φορέσουν.
Η τρυγόνα είχε όλο το βράδυ από κοντά τη Σταχτοπούτα, τσιμπολογώντας της τ’ αυτιά για να χορεύει πιο ζωηρά ώστε να την προσέξει ο πρίγκηπας, ώστε να την αγαπήσει ο πρίγκηπας, ώστε να την ακολουθήσει και να βρει το παρατημένο γοβάκι γιατί, βλέπετε, η ιστορία δεν μπορεί να τελειώσει χωρίς τον τελετεουργικό εξευτελισμό της άλλης γυναίκας και τον ακρωτηριασμό των κοριτσιών της.
Η άλλη γυναίκα ποθεί απελπισμένα αυτόν τον νεαρό. Θα έδινε τα πάντα για να τον αποκτήσει. Δεν θα ‘χανε μια κόρη, αλλά θα κέρδιζε ένα γιο. Τόσο πολύ θέλει ένα γιο που δεν διστάζει να σακατέψει τις κόρες της. Παίρνει ένα χασαπομάχαιρο και κόβει το δάχτυλο της μεγαλύτερης, έτσι ώστε να χωρέσει το πόδι της στο μικρό παπούτσι.
Φανταστείτε.
Κραδαίνοντας το μαχαίρι, η γυναίκα χυμάει στο παιδί της, που ουρλιάζει και δέρνεται σα να μην ήταν κορίτσι αλλά αγόρι που η γριά το κυνηγούσε για να του πελεκήσει κάτι πολύ πιο ζωτικό από δάχτυλο. Όχι! Τσιρίζει. Μάνα! Όχι το μαχαίρι! Όχι! Παρόλ’ αυτά, της το κόβει και το πετάει στο τζάκι, μες στις στάχτες, όπου το ανακαλύπτει η Σταχτοπούτα, μένει άναυδη, νιώθει φόβο μαζί και δέος μπροστά στο φαινόμενο της μητρικής αγάπης.
Της μητρικής αγάπης, που τυλίγεται γύρω απ’ αυτές τις κόρες σα σάβανο.
Ο πρίγκηπας δεν αναγνώρισε τη λουσμένη στα δάκρυα κοπέλα που στεκόταν με το ένα πόδι ξυπόλητο ενώ το άλλο, το παπουτσωμένο, το επεδείκνυε θριαμβευτικά η μάνα της, αλλά είπε: «Ορκίστηκα να παντρευτώ όποια της κάνει το παπούτσι, άρα θα παντρευτώ εσένα.» Και έφυγαν μαζί καβάλα στο άλογο.
Η τρυγόνα πρόλαβε το ζευγάρι και δεν κελάιδησε μήτε γουργούρισε, μόνο τραγούδησε ένα τρομερό τραγούδι: «Κόιτα! Κοίτα! Το παπούτσι της είναι ματωμένο!»
Ο πρίγκηπας γύρισε πίσω την πρώτη μνηστή, έξαλλος από θυμό, αλλά η μάνα έκοψε βιαστικά ένα κομμάτι από τη φτέρνα της άλλης κόρης κι έχωσε το δύστυχο ποδαράκι στο γοβάκι, οπότε ο νεαρός, μη βλέποντας τίποτα περίεργο σ’ όλα αυτά και όντας άνθρωπος που κρατούσε το λόγο του, πήρε τη δεύτερη υποψήφια κι έφυγαν.
Αλλά πού να τους αφήσει σε ησυχία η τρυγόνα: «Κοίτα! Κοίτα!» Και φυσικά το παπούτσι ήταν πάλι βουτηγμένο στο αίμα.
(Το παπούτσι βουτηγμένο στο αίμα. Φρίκη. Ανοιχτή πληγή.)
«Ας το δοκιμάσει και η Σταχτοπούτα», είπε ανυπόμονα η τρυγόνα.
Έτσι τώρα η Σταχτοπούτα έπρεπε να βάλει το πόδι της σ’ αυτό το αποτρόπαιο υπόδημα, γλιστερό, υγρό και ζεστό όπως ήταν, γιατί τίποτα στο παραμύθι δεν αφήνει να εννοηθεί ότι ο πρίγκηπας στο μεταξύ το είχε πλύνει. Αυτή καθαυτή η δοκιμασία, το να χώσεις γυμνό πόδι σε ματωμένο παπούτσι, ήταν φριχτή αλλά η μάνα, η τρυγόνα, παρακίνησε την κόρη της μ’ ένα απαλό γουργουρητό που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Αν δεν βυθιστεί χωρίς αποστροφή σ’ αυτή την ανοιχτή πληγή, δεν είναι άξια να παντρευτεί. Αυτό ήταν το τραγούδι της τρυγόνας, ενώ η άλλη εκείνη μάνα στεκόταν παραδίπλα, λυσσομανώντας αλλά ανίκανη να επέμβει.
Το πόδι της Σταχτοπούτας έχει το ίδιο μέγεθος με σφιχτοδεμένο από τη βρεφική ηλικία πόδι Κινέζας: ένα πράγμα κολοβό. Ήδη ακρωτηριασμένη, το χώνει στο παπούτσι.
«Κοίτα! Κοίτα!» ξελαρυγγίστηκε θριαμβευτηκά η τρυγόνα, μ’ όλο που πρόδιδε το μυστικό της διττής της φύσης καθώς εξαϋλωνόταν όλο και περισσότερο όσο η Σταχτοπούτα πηγαινοερχόταν, τσαλαβουτώντας στα αίματα αλλά υπερήφανη. «Το πόδι της εφαρμόζει στο γοβάκι όπως το πτώμα στο φέρετρο.»
«Είδες πώς σε φρόντισε η μανούλα, αγάπη μου;»

β) ΤΟ ΚΑΜΕΝΟ ΠΑΙΔΙ
Ένα καμένο παιδί ζούσε στις στάχτες. Όχι, όχι ακριβώς καμένο, περισσότερο τσουρουφλισμένο, κάπως τσουρουφλισμένο, σαν κούτσουρο που το τραβήξαν από τη φωτιά ενώ καιγόταν. Έμοιαζε με κάρβουνα και στάχτες γιατί εκεί μέσα ζούσε από τότε που πέθανε η μητέρα της και οι καυτές στάχτες την είχαν γεμίσει πληγές και εγκαύματα. Το καμένο παιδί έμενε στο τζάκι περιχυμένο στάχτες, σα να πενθούσε ακόμη τη νεκρή μάνα.
Αφού πέθανε η μαμά της και τη θάψαν, ο πατέρας ξέχασε την πρώτη του γυναίκα, ξέχασε και το παιδί του και παντρεύτηκε την κυρά που παλιά τσουγκράνιζε τις στάχτες και γι’ αυτό η μικρή ζούσε μες στις ατσουγκράνιστες στάχτες και δεν είχε κανένα να της χτενίσει τα μαλλιά, έτσι έπεφταν σαν άχυρα στους ώμους της, και δεν βρισκόταν κανείς να της πλύνει το γεμάτο κακάδια μούτρο και μόνη της δεν το αποφάσιζε, αλλά τις στάχτες τις τσουγκράνιζε και κοιμόταμ αγκαλιά μ’ ένα μικρό γατάκι κι έτρωγε τ’ αποκαΐδια που κολλούσαν κάτω-κάτω στη χύτρα, τα ‘ξυνε και τα ‘τρωγε καθυσμένη ανακούρκουδα καταγής, μονάχη μπροστά στη φωτιά, σα να μην ήταν άνθρωπος, αφού ακόμη πενθούσε.
Η μάνα της ήταν βέβαια νεκρή και θαμμένη, όμως ένιωθε ακόμη τον εξαίσιο, βασανιστικό πόνο της αγάπης κάθε φορά που κοιτούσε μέσα από το χώμα κι έβλεπε το καμένο της παιδί βουτηγμένο στις στάχτες.
«Άρμεξε τη γελάδα, καμένο παιδί, και φέρε μου όλο το γάλα», διέταξε η μητριά που, μια φορά κκι έναν καιρό, τσουγκράνιζε τις στάχτες και άρμεγε τη γελάδα, μα που τώρα είχε φορτώσει όλες αυτές τις αγγαρείες στο καμένο παιδί.
Το φάντασμα της μάνας μπήκε στην αγελάδα.
«Πιες γάλα να παχύνεις», είπε το φάντασμα της μάνας.
Το καμένο παιδί κόλλησε το στόμα του στο γελαδίσιο βυζί κι ήπιε γάλα και κανέις δεν την είδε και ο καιρός περνούσε κι εκείνη έπινε γάλα κάθε μέρα και πάχυνε, πέταξε στήθη, μεγάλωσε.
Υπήρχε και ένας άντρας που τον ποθούσε η μητριά και μια μέρα τον κάλεσε στην κουζίνα να τον φιλέψει, αλλά πρόσταξε το καμένο παιδί να μαγειρέψει, μ’ όλο που μέχρι τότε μαγείρευε πάντα η μητριά. Αφού το καμένο παιδί μαγείρεψε, η μητριά την έστειλε να αρμέξει την αγελάδα.
«Θέλω κι εγώ αυτόν τον άντρα», είπε το καμένο παιδί στην αγελάδα.
Η αγελάδα βάλθηκε να κατεβάζει ασταμάτητα γάλα, αρκετό ώστε να πιει η κόρη, να πλύνει το πρόσωπο και τα χέρια της. Πλένοντας το πρόσωπο, ξέπλυνε και τα κακάδια, οπότε τώρα δεν ήταν καθόλου καμένη, αλλά η αγελάδα είχε στερέψει.
«Την άλλη φορά να δώσεις το δικό σου γάλα», είπε το φάντασμα της μάνας μέσα στην αγελάδα. Εμένα με στράγγισες πια, σταγόνα δε μου ‘μεινε.»
Εκείνη την ώρα περνούσε η γάτα. Το φάντασμα της μάνας πήγε και μπήκε μέσα της.
«Τα μαλλιά σου χρειάζονται χτένισμα», είπε η γάτα. «Ξάπλωσε χαμώ.»
Η γάτα ξέμπλεξε με τα επιδέξιά με τα επιδέξια της ποδαράκια τη χαίτη της κόρης που ‘χε γίνει σαν τζίβα, και τα μαλλιά του καμένου παιδιού χύθηκαν σα μετάξι στην πλάτη του, μα τόσο ανακατωμένα και μπερδεμένα ήταν που, μέχρι να τελειώσει το χτένισμα, δεν απόμεινε νύχι για νύχι στη γάτα.
«Την άλλη φορά να χτενιστείς μόνη σου», είπε η γάτα. «Με σακάτεψες.»
Το καμένο παιδί ήταν τώρα καθαρό και χτενισμένο αλλά θεόγυμνο.
Ένα πουλί καθόταν αμέριμνα στη μηλιά. Το φάντασμα της μάνας βγήκε από τη γάτα και μπήκε στο πουλί. Το πουλί τρύπησε το στήθος του με το ίδιο του το ράμφος. Αίμα πετάχτηκε από το δέντρο κι έπεσε πάνω στο καμένο παιδί. Της σκέπασε τους ώμους, τη σκέπασε από μπρος και τη σκέπασε από πίσω. Όταν το πουλί έχυσε όλο του το αίμα, το καμένο παιδί βρέθηκε μ’ ένα κόκκινο μεταξωτό φουστάνι.
«Την άλλη φορά να φτιάξεις μόνη σου το φόρεμα σου», είπε το πουλί. «Εγώ απόσωσα.»
Το καμένο παιδί πήγε στην κουζίνα να τη δει ο άντρας. Δεν ήταν πια καμένη, αλλά πεντάμορφη. Ο άντρας έπαψε να κοιτάει τη μητριά κι έπιασε να κοιτάει το κορίτσι.
«Έλα μαζί μου κι άσε τη μητριά σου να τσουγκρανάει τις στάχτες», της είπε, την πήρε κι έφυγαν. Της χάρισε το σπίτι, της έδωσε και λεφτά. Μια χαρά τα κατάφερε η μικρή.
«Τώρα πια μπορώ να αναπαυτώ ήσυχη», είπε το φάντασμα της μάνας. «Τώρα όλα είναι καλά.»

γ) ΤΟ ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟ ΦΟΡΕΜΑ
Η κακιά μητριά έκαψε το μούτρο της ορφανής με τη μασιά γιατί δεν τσουγκράνιζε τις στάχτες. Η κοπέλα πήγε στον τάφο της μάνας της. Βαθιά μέσα από τη γη η μάνα είπε:
«Βρέχει, φαίνεται. Ή χιονίζει. Εκτός κι αν έπεσε πυκνή πάχνη απόψε.»
«Δεν βρέχει, δεν χιονίζει κι έιναι πολύ νωρίς για πάχνη. Τα δάκρυα μου είναι που ποτίζουν τον τάφο σου, μάνα.»
Η νεαρή περίμενε μέχρι να πέσει η νύχτα. Και τότε βγήκε από τον τάφο και πήγε σπίτι. Η μητριά κοιμόταν σε πουπουλένιο στρώμα ενώ το καμένο παιδί πλάγιαζε στο τζάκι, μες στις στάχτες. Όταν η νεκρή φίλησε την κόρη της, οι ουλές εξαφανίστηκαν. Η κοπέλα ξύπνησε. Η πεθαμένη της έδωσε ένα κόκκινο φουστάνι.
«Το φόραγα κι εγώ όταν ήμουν στην ηλικία σου, το είχα για όταν ταξίδευα.»
Το κορίτσι φόρεσε το ταξιδιωτικό ένδυμα. Η νεκρή έβγαλε σκουλήκια από τις κόγχες των ματιών της κι αυτά γίναν αμέσως πολύτιμα πετράδια. Η κόρη φόρεσε μια χούφτα δαχτυλίδια.
«Αν χρειαστεί, πούλησέ τα.»
Πήγαν μαζί στο τάφο.
«Μπες στο φέρετρό μου.»
Εμπιστευόταν τη μάνα της. Μπήκε στο φέρετρο. Κι εκείνο μεταμορφώθηκε αμέσως σε άμαξα με άλογα. Τα άλογα χλιμίντριζαν, ανυπομονώντας να καλπάσουν.
«Άμε τώρα να βρεις την τύχη σου, αγάπη μου.»

 

από το Οι Κυρίες του Τρόμου, μτφρ. Χρύσα Τσαλικίδου, εκδ. Επιλογή

·

↑