προγραφές

Εξώφυλλο: Ευγένιος Αρανίτσης, Orphan Drugs

ὅμορφη ποὺ ἤτανε ἡ λετίσια κάστα μὲ τὸ κοντό της φουστανάκι ἀπὸ ἐλαστικὸ ζέρσεϋ στὴν ἀπόχρωση ποὺ παίρνει ὁ ρᾶ ὅταν δύει· τόσο πού, ἄν εἶχα κόψει τὸ τσιγάρο, θὰ ὑποτροπίαζα ἐπὶ τόπου.

κρατάει κι ἐκείνη, Τὸ Θραυσματάκι της, εὐλογημένο, καὶ σὰν κρυμμένο ’κεῖ ὅπου ποτέ τους τὰ κοριτσάκια, στὶς κοπάνες ἀπ’ τὸ κολέγιο, δὲν ἔχουν βάλει τὸ χέρι τους ὑποτίθεται, ἐκτὸς κι ἄν πρόκειται, καθὼς τὸ λέει ὁ πιὲρ λουίς, νὰ τραβήξουν ἡ καθεμιά τους ἀπὸ μιὰ τρίχα καὶ νὰ παίξουνε τὸ παιγνίδι μὲ τοὺς κλήρους: τῆς πιὸ μακριᾶς τριχούλας ἡ κάτοχος κερδίζει μιὰ φιλοφρόνηση, ἀπ’ αὐτὲς στὴ διάρκεια τῶν ὁποίων ὁ δείκτης ἐξηγεῖ στὸν παράμεσο ὅτι τ’ ἀμύγδαλα δὲν εἶναι μπιγκόνιες.

θὰ σερβίρει (δὲν τὸ λέω εἰρωνικά), λοιπόν, Τὸ Θραῦσμα της, ἡ κοπέλα, τώρα ποὺ ἔφθασε ἡ στιγμή: τὸ στῆθος μου εἶναι ἀπὸ φρέσκο βούτηρο καὶ κρέμα γάλακτος· ἀπροσμάχητο σχόλιο στὴν κλειστὴ θεϊκὴ ταυτότητα sum qui sum, εἶμαι ὁ ὤν, σχεδὸν ἀνώτερο τοῦ ξακουστοῦ εἶμαι ὁ χῶρος ποὺ καταλαμβάνω (νοὲλ ἀρνώ), καὶ μᾶλλον τέλεια ἀνάλογο πρὸς τὴν ἀπάντηση τῆς ἀλίκης τοῦ λούις κάρρολλ, ποὺ ὅταν ρωτήθηκε γιὰ τὸ ὕψος της εἶχε ἀντιδράσει ἀπλῶς βάζοντας στὸ κεφάλι της τὴν παλάμη: κι ἔτσι βαδίζοντας χορευτικὰ (ἡ λετίσια) μὲ τὰ τακούνια της, ὅπου τὸ κάπα μέσα στὴ λέξη λικνισματάκια, ὀνειρεύεται, ἐν ἀγνοίᾳ της (καὶ ματαίως), ἕνα Βιβλίο Θραυσμάτων ποὺ αὐτὴ ἡ ἴδια θα ’ναι, στὸ ἑξῆς, ὁ σελιδοδείκτης Του.

*

Τὸ Θραῦσμα εἶναι κοιναισθησιακό.

Τὸ Θραῦσμα ψάχνει τὴν ἁπτὴ (ἀπτικὴ) ἀντιστοίχιση τῶν φθόγκων, τὴ γεύση τῆς ὁργαντίνας, τὴ φωνὴ τῆς ὁρατότητας ἐπὶ τῷ ἔργῳ, τὴν πολύπλευρη ἐλευθερία τοῦ θεϊκοῦ διαπασῶν.

ἐπιθυμεῖ σκιώδεις ἀσυμμετρίες, ἄριες τῶν φρυδιῶν, ὅλο τὸ φάσμα τῆς κυμαινόμενης εὐωδίας, τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ εὐωδία θά ’ναι μοῖρα ἐξατμιζόμενη.

Ευγένιος Αρανίτσης, Orphan Drugs, εκδ. Ιστός

·

↑