προγραφές

εξώφυλλοεπανέρχεται

'Όταν το 1747 ο Μπαχ ταξίδεψε στο Βερολίνο, ήταν ήδη εξήντα δύο χρόνων· με το μέτρο που υπολογίζουμε σήμερα τα γηρατειά, δεν θα μπορούσαμε βέβαια να τον πούμε γέρο, ακόμα κι αν είχε μπει στην τρίτη ηλικία. Αλλά εκείνη την εποχή ο μέσος όρος της ανθρώπινης ζωής ήταν πολύ πιο χαμηλός από σήμερα· μια γρήγορη ανασκόπηση ακόμα και μόνο μεταξύ των μουσικών θα μας υπενθύμιζε ότι ο Περγκολέζι πέθανε στα είκοσι επτά, ο Μότσαρτ στα τριάντα πέντε, ο Σούμπερτ στα τριάντα ένα, ο Σοπέν στα τριάντα εννέα, ο Μέντελσον στα τριάντα οχτώ, ο Βέμπερ στα σαράντα... Όποιος λοιπόν έφτανε τα εξήντα, μπορούσε να θεωρηθεί γέρος.
Τα γηρατειά του Μπαχ βασανίστηκαν από μια σταδιακή απώλεια της όρασης. Είναι πιθανό ότι συντέλεσε σ’ αυτό η τεράστια προσπάθεια χιλιάδων ωρών που πέρασε διαβάζοντας και γράφοντας μουσική στο φως του κεριού.
Τον Μπαχ επισκέπτεται και χειρουργεί ένας άγγλος χειρούργος, περνώντας από τη Λειψία, ο Τέιλορ. Ήταν ένας διάσημος χειρούργος, αλλά εκείνους τους καιρούς η ιατρική ήταν υπερβολικά πρωτόγονη και μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί τι πράγμα θα ήταν, τότε, μια χειρουργική επέμβαση στα μάτια.
Η υγεία του Μπαχ επιδεινώθηκε γρήγορα. Πέθανε το βράδυ της 28ης Ιουλίου 1750, στα εξηνταπέντε του, αφού είχε ανακτήσει κατά περίεργο τρόπο την όρασή του για λίγες ώρες.
Το τελευταίο του χορικό, που υπαγόρευε στον γαμπρό του Αλτνικόλ, είναι εμπνευσμένο από ένα λουθηρανικό χορικό και αρχικά ο τίτλος του ήταν ο πρώτος στίχος του ύμνου «Wenn wir in höchstenNöten sein (Όταν βρισκόμαστε σε ύψιστη ανάγκη)». Αισθανόμενος ότι έφτανε το τέλος του, ο Μπαχ επέλεξε ως νέο επίγραμμα το στίχο από μια άλλη στροφή του ίδιου ύμνου: «Vot deinen Thron tret’ ichhiermit (Παρουσιάζομαι μπροστά στο θρόνο σου)», BWV 668. Ο Μπαχ είχε ζήσει με βαθιά πίστη στο Θεό. Είχε συλλάβει και βιώσει τη μουσική σαν «praeludium vitae aeternae (προανάκουσμα αιώνιας ζωής)». Είχε συχνά γράψει στις παρτιτούρες του το μότο «Soli Deo gloria» (Μόνο στο Θεό δόξα)» ή την επίκληση «Jesu juva (Ιησού βοήθα με)». Είχε δουλέχει με εντιμότητα και ευθύτητα ως ένας ακούραστος τεχνίτης της μουσικής, χωρίς μεγάλες προσωπικές φιλοδοξίες· είχε αγαπήσει με τρυφερότητα και πίστη τις δύο γυναίκες του, που μέσα στην ιστορία της ζωής του βρέθηκαν στο πλευρό του η μια μετά την άλλη· με χαρά διέθετε συχνά χρόνο και ενέργεια για τα παιδιά του, ένα χαρούμενο σόι που κάθε πρωί μαζευόταν γύρω από τον πατέρα για να ξεκινήσει τη μέρα τραγουδώντας δοξολογίες στο Θεό. Είχε περάσει τα πείσματά του και τα ξεσπάσματα θυμού, έκφραση μιας λιγάκι φιλύποπτης και αντικοινωνικής ιδιοσυγκρασίας, αλλά γεμάτης επαγγελματική αξιοπρέπεια. Ήξερε να φροντίζει τα συμφέροντά του, συχνά συγκρουόμενος με τους εργοδότες του προκειμένου να προστατέψει τα δικαιώματά του σε εποχές που ο εργαζόμενος προστατευόταν ελάχιστα. Δεν του έλλειψαν οι δυσκολίες και οι απογοητεύσεις: ο πρόωρος θάνατος των γονιών του, ο απρόσμενος θάνατος της πρώτης του γυναίκας, ο θάνατος κάποιων από τα παιδιά του, ένας βαριά ανάπηρος γιος, η τύφλωση, στιγμές πίκρας, ασυνεννοησίας, σκληρής οικονομικής στενότητας. Αλλά υπήρξε ένας άνθρωπος γαλήνιος, απλός τίμιος, ευτυχισμένος, σταθερά αγκυροβολημένος στη χριστιανική του πίστη.
Τα παρακάτω λόγια του ταίριαζαν τέλεια: «Όλη μου η προσωπικότητα είναι στα χέρια σου/ Στρέψε σε μένα την επιεική σου όψη και μη μου αρνηθείς τη χάρη σου/ Πες μου ότι το τέλος μου θα είναι γλυκό/ και ξυπνώντας θα βρεθώ ενώπιόν σου/ για να σε γνωρίσω σε όλη την αιωνιότητα/ Αμήν. Ω Θεέ, δώσε μου την υπόσχεσή σου».
Το τελευταίο έργο του συνθέτη, Η Τέχνη της Φούγκας, παρέμεινε ανολοκλήρωτο. Για μένα είναι πάντα συγκινητικό ν’ ακούω τη Φούγκα αρ. 19, που σ’ ένα σημείο μένει στη μέση, όπως η ζωή του δασκάλου, μέσα στην ακμή μιας ωριμότητας που θα μπορούσε να είχε δώσει πολλούς ακόμα καρπούς.'

 

Ροντόλφο Βεντίτι, Μικρός Οδηγός στη Μεγάλη Μουσική: Βιβάλντι, Μπαχ, Χαίντελ, Χάυντν, Μότσαρτ, Μπετόβεν, μτφρ. Καίτη Μάρακα, εκδ. Στάχυ

·

↑