'Θυμάμαι την έκπληξή μου όταν πρωτοδιάβασα Σαίξπηρ. Περίμενα να νιώσω μεγάλη αισθητική απόλαυση. Διαβάζοντας, όμως, το ένα μετά το άλλο τα έργα του που θεωρούνταν τα καλύτερα, τον Βασιλιά Ληρ, το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, τον Άμλετ, τον Μάκβεθ, όχι μόνο δεν ένιωσα απόλαυση, αλλά ένιωσα ακαταμάχητη απέχθεια, πλήξη και αμφιβολία, μήπως και ήμουν τρελός, βρίσκοντας ασήμαντα και κυριολεκτικά απαίσια τα έργα που θεωρούνται από όλο τον μορφωμένο κόσμο η τέλεια δημιουργία. Ή μήπως ήταν τρελή η σημασία που αποδίδεται στα έργα του Σαίξπηρ από τον μορφωμένο κόσμο; Η αμηχανία μου εντεινόταν από το γεγονός ότι εγώ πάντα βίωνα με μεγάλη ένταση την ομορφιά της ποίησης σε όλες της τις μορφές. Γιατί, όμως, οι αναγνωρισμένες απ’ όλον τον κόσμο ως ιδιοφυείς λογοτεχνικές δημιουργίες του Σαίξπηρ όχι μόνο δεν μου άρεσαν, αλλά και με απωθούσαν; Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν πίστευα στον εαυτό μου, και για πενήντα ολόκληρα χρόνια, για να ελέγξω την άποψή μου, βάλθηκα αρκετές φορές να διαβάζω Σαίξπηρ σε όλες τις δυνατές μορφές του: και στα ρωσικά και στα αγγλικά και στα γερμανικά, στη μετάφραση του Σλέγκελ, όπως με συμβούλεψαν. Διάβασα κάμποσες φορές και τις τραγωδίες και τις κωμωδίες και τα ιστορικά του έργα, και κάθε μα κάθε φορά ένιωθα το ίδιο: απέχθεια, πλήξη και αμηχανία. Τώρα, πριν γράψω αυτήν εδώ την πραγματεία, γέρος πια εβδομήντα πέντε ετών, και επιθυμώντας να ελέγξω για άλλη μια φορά τον εαυτό μου, ξαναδιάβασα όλο τον Σαίξπηρ, από τον Ληρ, τον Άμλετ και τον Οθέλλο μέχρι τα ιστορικά του έργα για τους Ερρίκους, το Τρωίλος και Χρυσηίδα, την Τρικυμία και τον Κυμβελίνο. Με συνεπήρε με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη το ίδιο αυτό συναίσθημα, αλλά χωρίς αμηχανία πια, παά με μια δυνατή, αναμφισβήτητη πεποίθηση πως η αδιαφιλονίκητη φήμη του μεγάλου, ιδιοφυούς δημιουργού την οποία απολαμβάνει ο Σαίξπηρ, και η οποία αναγκάζει τους συγγραφείς της εποχής μας να τον μιμούνται, καθώς και τους αναγνώστες και τους θεατές να αναζητούν στα έργα του μια ανύπαρκτη αξία, διαστρέφοντας την αισθητική και ηθική τους αντίληψη, δεν είναι παρά ένα μεγάλο κακό, όπως άλλωστε και κάθε αναλήθεια.'
'Όσο μακρινός κι αν είναι για εμάς ο Όμηρος, μπορούμε χωρίς καθόλου προσπάθεια να μεταφερθούμε στη ζωή που περιγράφει. Και μεταφερόμαστε κυρίως επειδή, όσο ξένα και να μας είναι τα γεγονότα που περιγράφει ο Όμηρος, πιστεύει σε όσα λέει και μιλάει σοβαρά. Γι’ αυτό το λόγο δεν υπερβάλλει ποτέ και δεν τον εγκαταλλείπει η αίσθηση του μέτρου. Γι’ αυτό και, πέρα από τους εκπληκτικά διαυγείς ζωντανούς και υπέροχους χαρακτήρες του Αχιλλέα, του Έκτορα, του Πρίαμου, του Οδυσσέα και τις αιώνια συγκινητικές σκηνές του αποχαιρετισμού του Έκτορα, της πρεσβευτικής αποστολής του Πρίαμου, της επιστροφής του Οδυσσέα, κ.λ.π., όλη η Ιλιάδα και ειδικά η Οδύσσεια μας δημιουργούν μια τέτοια εντύπωση φυσικότητας και εγγύτητας, λες και ζούσαμε οι ίδιοι, και ζούμε ακόμα, ανάμεσα σε θεούς και ήρωες. Αυτό όμως δεν υπάρχει στον Σαίξπηρ. Από τις πρώτες του λέξεις είναι φανερή η υπερβολή: η υπερβολή στα γεγονότα, στα συναισθήματα και στις εκφράσεις. Φαίνεται πως δεν πιστεύει σ’ αυτά που γράφει, πως δεν το έχει ανάγκη, πως επινοεί τα γεγονότα που περιγράφει, και είναι αδιάφορος απέναντι στα πρόσωπα του, τα έχει επινοήσει μόνο για το σανίδι και γι’ αυτό τα αναγκάζει να κάνουν και να λένε μόνο ό,τι θα εντυπωσιάσει το κοινό του. Έτσι δεν μπορούμε να πιστέψουμε ούτε στα γεγονότα ούτε στις πράξεις ούτε στα βάσανα των προσώπων του δράματος. Τίποτα δεν υποδεικνύει τόσο καθαρά την πλήρη απουσία αισθητικής στον Σαίξπηρ όσο η σύγκρισή του με τον Όμηρο. Τα έργα που ονομάζουμε «έργα του Ομήρου» είναι έργα καλλιτεχνικά, ποιητικά, αυτάρκη, που τα έχει βιώσει ο συγγραφέας ή οι συγγραφείς του. Τα έργα όμως του Σαίξπηρ είναι δανεισμένα, επιφανειακά, σαν μωσαϊκά με τεχνητά κολλημένα μεταξύ τους τα κομματάκια τους, επινοημένα με την ευκαιρία της συγγραφής τους, και δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη και την ποίηση.'
ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΣΑΙΞΠΗΡ δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις κανενός είδους τέχνης, και, εκτός αυτού, κλίνουν προς ό,τι πιο φτηνό και ποταπό. Τι σημαίνει αυτή η τεράστια φήμη, την οποία εδώ και πάνω από εκατό χρόνια απολαμβάνουν τα έργα του;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται ακόμα πιο δύσκολη, αν αναλογιστεί κανείς πως, αν τα έργα του Σαίξπηρ είχαν ποτέ κάποια αξία, τότε η έλξη προς αυτά θα είχε κάποιες αιτίες που με τη σειρά τους θα προκαλούσαν τους υπερβολικούς επαίνους. Εδώ όμως συγκλίνουν δύο ακρότητες: τα πέρα από κάθε κριτική ασήμαντα, κακοφτιαγμένα και ανήθικα έργα και η τάση να εκθειάζονται αυτά τα έργα ως τα υψηλότερα δημιουργήματα της ανθρωπότητας.'
Λέων Τολστόι, Για τον Σαίξπηρ και το Δράμα, μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ποικίλη Στοά
* * *
'Δεν υπάρχει κανένα επιχείρημα με το οποίο να μπορεί κανείς να υπερασπιστεί ένα ποίημα. Το ποίημα υπερασπίζεται τον εαυτό του επιβιώνοντας – δεν υπάρχει άλλη υπερασπιση. Και αν αυτό το κριτήριο είναι έγκυρο, νομίζω ότι η ετυμηγορία στην περίπτωση του Σαίξπηρ πρέπει να είναι «αθώος». Ο Σαίξπηρ, όπως και όλοι οι άλλοι συγγραφείς, θα ξεχαστεί αργά ή γρήγορα, αλλά είναι απίθανο να εκτοξευτούν ποτέ εναντίον του βαρύτερες κατηγορίες. Ο Τολστόι ήταν ίσως ο πιο διακριμένος συγγραφέας της εποχής του· και σίγουρα δεν ήταν ο λιγότερο ικανός δοκιμιογράφος της. Έστρεψε όλες τις επικριτικές δυνάμεις του κατά του Σαίξπηρ σαν τα πυροβόλα ενός θωρηκτού που βάλλουν ταυτόχρονα. Και με ποιο αποτέλεσμα; Σαράντα χρόνια αργότερα ο Σαίξπηρ εξακολουθεί να είναι τελείως ανεπηρέαστος, και δεν απομένει τίποτα από αυτή την προσπάθεια συντριβής του πέρα από τις κιτρινισμένες σελίδες μιας πραγματείας που δεν έχει διαβάσει σχεδόν κανείς, και η οποία θα είχε ξεχαστεί εντελώς αν ο Τολστόι δεν ήταν επίσης ο συγγραφέας του Πόλεμος και Ειρήνη και του Άννα Καρένινα.'
Τζορτζ Όργουελ, 'Ο Ληρ, ο Τολστόι και ο Τρελός', μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, από το παράρτημα της έκδοσης