προγραφές

Εξώφυλλο: Αντρέ Πιερ ντε Μαντιάργκ, Το Περιθώριο

'Η ανάμνηση του χαμόγελου της Σερζίν παρακινεί τον Σιγισμούνδο να πάει να δει τους πίνακες που θα ᾽βλεπε και η Σερζίν, οι οποίοι, χωρίς να πάψουν εντελώς να μοιάζουν με καταπακτές γεμάτες αίμα, ξαναγεμίζουν με ανθρώπινες φιγούρες, όπως συμβαίνει και στ᾽ αλήθεια. Πολλές φορές τα πρόσωπα που σκοτώνουν δεν χαμογελούν ποτέ. Στη συνέχεια, ο παρατηρητής αφοσιώνεται σ᾽ ένα έργο που δείχνει μια παράξενη άσκηση, η οποία, απ᾽ ό,τι φαίνεται, γίνεται με αυγά.
Ναι, σ᾽ αυτό τον πίνακα (μεταγενέστερο σπάραγμα μιας τοιχογραφίας) τρία πρόσωπα φαίνεται να κάνουν κάτι με τα αυγά, ενώ η πτυχή του χιτώνα τους στο κάτω μέρος της κοιλιάς τους έχει το σχήμα μεγάλου αυγού, σαν τα πρόσωπα αυτά να ᾽ναι έτοιμα να τα κλωσήσουν. Ένα τέταρτο πρόσωπο, ξαπλωμένο στη γη, άναυδο, υψώνει τα χέρια του προς ένα άλλο χέρι που εμφανίζεται στην πάνω γωνία του πίνακα, μέσα σ᾽ ένα τεταρτημόριο του κύκλου, δημιουργώντας ένα σχήμα όπως είναι το βέλος σ᾽ ένα τεντωμένο τόξο. Τα αυγά πετάνε προς το μέρος του, και πάνω στο κεφάλι του μοιάζουν με πρησμένα κέρατα ή με εξογκώματα του κρανίου του. Η εξήγηση του πίνακα (γραμμένη στο πλάι) είναι βέβαια πως πρόκειται για κάποιο λιθοβολισμό του Αγίου Στεφάνου, κι αυτό σημαίνει πως πρόκειται για πέτρες ή, το πολύ πολύ, για άπσρα βότσαλα, που χρησιμεύουν ως μέσον επικοινωνίας ανάμεσα στα πρόσωπα του πίνακα, και πως το χέρι στο (ουράνιο) τόξο υποτίθεται πως είναι το χέρι του Θεού. Ο Σιγισμούνδος, όμως, συμμερίζεται τόσο πολύ το μονίμως ανυπότακτο πνέυμα της Σερζίν, που δεν μπορεί να ερμηνεύσει τα έργα τέχνης με τα επιχειρήματα των αντικέρηδων και των παπάδων. Επιπλέον, αν θέλεις να πιστέψεις ότι αυτά τα φωτεινά ιπτάμενα αντικείμενα, που το σχήμα τους είναι απόλυτα συμμετρικό, είναι χαλίκια ή βότσαλα, πρέπει να βασιστείς πιο πολύ στη θεωρία παρά στην παρατήρηση. Τα ωοειδή σώματα έχουν μια δύναμη που ποτέ δεν θα πάψει να μαγεύει τους ανθρώπους. Η επικοινωνία ανάμεσα στο κοινό του Μολίνο και τις πουτάνες που ξάπλωναν στα σανίδια δεν γινόταν μ᾽ ένα μικρό αυγουλάκι; Ο Σιγισμούνδος δεν χαμογελάει μπροστά σ᾽ αυτό το φιλέτο θρησκευτικής τέχνης, και το ταίριασμα του ίδιου με την ανάμνηση της εικόνας της Σερζίν είναι αψεγάδιαστο. Γεύεται λοιπόν την τελειότητα της στιγμής, η οποία έχει την πληρότητα (έτσι νομίζει) ενός μεγάλου αυγού.
Με τη δύναμη του αυγού η τέχνη έπαψε να τον καταπιέζει. Κρατώντας, στη φαντασία του, τη Σερζίν από το χέρι, περιδιαβαίνει τις μεγάλες τοιχογραφίες· αφού λοιπόν, όσο πλησιάζει στην είσοδο του μουσείου, τόσο ταξιδεύει πιο πίσω στο χρόνο της ζωγραφικής, οι τοιχογραφίες γίνονται πιο επίσημες, πιο ιερατικές. Το θέμα που κυριαρχεί σ᾽ αυτές είναι ο εν δόξη Χριστός, παράσταση που αναδεικνύει πιο πολύ την ιδιότητα του ως πατέρα παρά ως υιού και όπου κυριαρχούν τα ψυχρά μπλε, το χρώμα που έχουν τα βαθιά νερά και το ατσάλι, εις βάρος των θερμών φαιών χρωμάτων. Πραγματικά, η ωοειδής θεία κεφαλή, που παριστάνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο, ξεχωρίζει πάνω στον άσπρο δίσκο του φωτοστέφανου «σαν αυγό μέσα στο πιάτο», ενώ, όταν το βλέμμα περιδιαβαίνει την γενειάδα, το μουστάκι και τα σγουρά μαλλιά, βλέπει γραμμές που, χωρίς καμία αμφιβολία, είναι καμπύλες και ωοειδείς. Και κάτι παραπάνω: όλα αυτά τα σπουδαία πρόσωπα, από την κορφή ως τα νύχια, εγγράφονται σ᾽ ένα ωοειδές πλαίσιο, το οποίο, αν προβληθεί οριζοντίως, μοιάζει με αυγό. Στο κέντρο του εχίνου ο ένδοξος Χριστός πατρικά ακτινοβολεί. Πως λοιπόν να μην πιστέψεις ότι τα μάτια του, που σε υπνωτίζουν, είναι δύο ακόμα αυγά; Ab ovo: για τον Σιγισμούνδο η αφετηρία είναι ο Γεδεών Πονς, αμφιλεγόμενος διευθυντής σχολείου και αποτυχημένος πάστορας. Στον εχίνο του πίνακα νομίζει πως βλέπει τον κοκκινομάλη σπορέα από τον οποίο προέρχεται. Όταν ο πατέρας του, όπως του είπαν μετά, ανέβαζε στο φωτογραφικό του εργαστήριο, στη σοφίτα, κάποιον μαθητή του, που τον είχε διαλέξει ανάμεσα στα πιο όμορφα αγόρια, και τον έβαζε να ποζάρει ολόγυμνος, φορώντας μόνο ένα κατσικίσιο τομάρι και κρατώντας στο χέρι έναν αυλό, μπροστά από μια απομίμηση κορινθιακού κιονόκρανου, για να κατασκευάσει μια ασαφή εικόνα αρχαίου ποιμένα, θα πρέπει να είχε τα ίδια μάτια. Το τόξο των φρυδιών του κι αυτουνού θα ανασηκωνόταν, σχηματίζοντας ένα τεταρτημόριο του κύκλου· και το παιδί υπό την επήρεια του σαγηνευτικού του βλέμματος, δεν θα είχε καμία δυνατότητα να αντιδράσει. Έτσι, εμφανίζεται μεγαλειώδης στα μάτια του γιου του ο Γεδεών Πονς, μέσα σ᾽ ένα σχήμα αυγού η αμυγδάλου, που συμβολίζει τη σταγόνα, το σπέρμα απ᾽ όπου βγήκε ο Σιγισμούνδος. Άραγε, αφού παιδευόταν πολλή ώρα με το κάλυμμα της φωτογραφικής μηχανής, αφού έστηνε τον τρίποδα και ρύθμιζε την απόσταση για να βγει σωστά η φωτογραφία, ο Γεδεών περιοριζόταν απλώς στο να βγάλει και να ξαναβάλει το διάφραγμα; Πιθανόν. Το παιδί, όταν τα κοκκινοτρίχικα φρύδια χαμήλωναν κι έπεφταν τα βλέφαρα, βαριά, στις χρυσαφιές κόρες των ματιών, θα ξαναντυνόταν στα γρήγορα και θα το ᾽σκαγε από τη σκάλα φωνάζοντας. Τότε ο λαμπρός πατέρας θα ᾽πεφτε με λύσσα στο κατσικίσιο τομάρι που είχε αφήσει πίσω του το παιδί, σαν αυγό που σπάει και χύνεται.'

Αντρέ Πιερ ντε Μαντιάργκ, Το Περιθώριο, μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, εκδ. Μεταίχμιο

·

↑