προγραφές

Εξώφυλλο: Θωμάς Λιναράς, Stalker: Το Μεγάλο Πουθενά

'Καθώς οι τρεις άνδρες κοιτάζουν με την πλάτη γυρισμένη στο φακό την άγρια βλάστηση που πνίγει τα πάντα, η δεύτερη διαπίστωση, πλην της απόλυτης ησυχίας που επικρατεί, είναι ότι «τα λουλούδια δεν μυρίζουν» και αυτό γιατί βρισκόμαστε σε μια νεκρή ζώνη του Είναι, στον ερημικό εκείνο λειμώνα που εκτείνεται ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Πολεμικά κουφάρια (με ανθρώπινους σκελετούς στο εσωτερικό τους) και τα αποτελεσματικά (σε πόλεμο και σε ειρήνη) σοβιετικά τανκς, κείτονται σκουριασμένα, εδώ κι εκεί, υποδηλώνοντας το μάταιο κάθε επίσημης κατακτητικής εισβολής· μόνο λαθραία μπορεί να μπει κανείς και να κινηθεί σ’ έναν τόπο σαν κι αυτόν, στον οποίο η «ευθεία δεν είναι πάντα ο πιο σύντομος δρόμος» και κάθε παρεκτροπή εγκυμονεί θανάσιμους κινδύνους. Κάποια στιγμή ο Επιστήμονας αντιλαμβάνεται πως έχει ξεχάσει κάπου το σακίδιό του και γυρνά πίσω για να το ψάξει, παρά τις απεγνωσμένες προτροπές του Στάλκερ να μην το κάνει, και όταν ξανασυναντιούνται, ξαφνικά βρίσκεται μπροστά τους – δείγμα μιας ασύμμετρης και δαιδαλώδους γεωγραφίας. Πρόκειται για μια περιοχή, ίδια με άγνωστο πλανήτη, όπου τα χωροχρονικά δεδομένα έχουν αλλάξει, δεν υπάρχουν σταθερές μεταβολές, τα σημεία του ορίζοντα έχουν εξαφανιστεί, όπως και ο ουρανός, ενώ πυξίδες και ρολόγια είναι αχρείαστα και άχρηστα αντικείμενα του παλιού (του έξω) κόσμου, καθώς δεν υπάρχουν μονοπάτια να διαβείς ούτε κατεύθυνση να πάρεις ή ώρα για να ξεκινήσεις και να φτάσεις. Όταν πριν από κάθε τους κίνηση ο Στάλκερ εκσφεδονίζει τα δεμένα σε υφασμάτινες λουρίδες μπουλόνια, εν είδει προειδοποιητικών βολών, για να ανιχνεύσει τις διαθέσεις του πεδίου, είναι σαν να παίζει ζάρια με τη μοίρα, σαν να στέλνει ένα σήμα ζητώντας άδεια (από ποιον;) για να συνεχίσουν την πορεία τους – ένας τρόπος να προσιδιάζει σε μια ακατανόητη τελετουργία μιας άγνωστης θρησκείας. Παρόλο που μια από τις πρώτες εικόνες στα μάτια των επισκεπτών είναι τα γερμένα τηλεγραφόξυλα που παραπέμπουν στο σχήμα του σταυρού, σημάδια μιας κατεδαφισμένης πίστης, η θρησκεία ως οργανωμένο εννοιολογικό σύστημα αξιών, έχει ισχνή παρουσία στην ταινία. Εξάλλου, σύμφωνα με τον Ρώσσο δημιουργό «το νόημα της θρησκευτικής αλήθειας είναι η ελπίδα». Αν η «Ζώνη» είναι λοιπόν ένα τοπίο-οθόνη προβολής των ψυχικών καταστάσεων και των συναισθηματικών ρευμάτων των επισκεπτών της, η κινηματογραφική απόδοση αυτών των μεταλλαγών στην επιφάνεια εργασίας, είναι δείγμα της αδιαμφισβήτητης ιδιοφυίας του Ταρκόφσκι, αφού κατορθώνει να μετουσιώσει ένα φυσικό τοπίο σε τόπο της ψυχής, χρησιμοποιώντας, ένα –κατά κύριο λόγο– από τα τέσσερα βασικά φυσικά στοιχεία. «Water, water everywhere, but not a drop to drink»: το νερό, στοιχείο κοσμογονίας, πρωτεϊκό και ταυτόχρονα υλικό φθοράς, διάβρωσης αλλά και αναγέννησης, επανεκκίνησης του κύκλου της ζωής, είναι κυρίαρχο σε όλες του τις μορφές και εκφάνσεις, πλην του θαλασσινού («η θάλασσα μου είναι κάτι ξένο»): υγρασία, στάσιμο, ελώδες, ποτάμι, βαλτόνερα, ρυάκι, καταρράκτης, χείμαρρος, βροχή… ακόμα και στα υπόγεια της «Ζώνης», καθώς στάζει από την οροφή ή λιμνάζει θολό και βρόμικο μέσα στο τούνελ. Το υδάτινο στοιχείο προσδίδει μια εξέχουσα ρευστότητα στην αφήγηση: «το νερό αποδίδεται ωραία στον κινηματογράφο· μεταδίδει την κίνηση, το βάθος, την πρόσληψη των αλλαγών και των αντανακλάσεων». Στις κρίσιμες στιγμές, όταν τα περάσματα ανοιγοκλείνουν, οι λαμπτήρες των πραγμάτων αναβοσβήνουν και τα πάντα είναι και την ίδια στιγμή δεν είναι, το νερό (υδάτινοι όγκοι που ξεπηδούν από το πουθενά και επικίνδυνα έλη αίφνης εμφανίζονται, η εικόνα ενός ήρεμου ποταμού με τροπική βλάστηση στις όχθες, που ξενίζει με τη γαλήνη που εκπέμπει…), είναι ο αγωγός των αλλαγών και των μεταμορφώσεων που μετατρέπουν το ψυχικό συμβάν σε κινηματογραφικό κάδρο (εικόνα) «μέσα στην οποία καθρεφτίζεται ένας ολόκληρος κόσμος σαν μια σταγόνα νερό».
Το Stalker είναι η μόνη ταινία του Ταρκόφσκι στην οποία δεν υπάρχουν αντανακλάσεις, ή επιφάνειες που αντιγυρίζουν το φως, όπως δεν υπάρχουν και αναμνήσεις αλλοτινών καιρών, γι’ αυτό και ο χρόνος της μνήμης (flash-back) απουσιάζει. Μονάχα κάποια φευγαλέα αντικαθρεφτίσματα στο νερό, στη σκηνή του ονείρου, υπαινίσσονται μια άλλη ζωή που ίσως να υπήρξε κάπου, κάποτε: «…και οι πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες…». Ο καθρέφτης της «Ζώνης» δεν αντανακλά τίποτα, γιατί ποτέ κανείς δεν καθρεφτίζεται σ’ αυτόν και καθώς ο διαρκής μεταβολισμός της καταπίνει όλες τις ανθρώπινες βεβαιότητες, κρατά ζηλότυπα για τον εαυτό της τη μοναδική της αντανάκλαση: αυτή του ιερού, από-κλεισμένης στο Δωμάτιο που κανείς δεν τολμά να μπει, γιατί κανείς δεν τολμά να αντικρύσει το πρόσωπο της Μέδουσας. Η επικείμενη αίσθηση κινδύνου και απειλής (που υποδαυλίζεται συνεχώς από τον Στάλκερ και ως μέθοδος ελέγχου των συντρόφων του), είναι διάχυτη παντού, παρόλο που δεν αποκτά πρόσωπο, ούτε συγκεκριμενοποιείται· και ακριβώς αυτή η αιωρούμενη εκκρεμότητα, η –σαν την κόψη του ξυραφιού– αμφισημία, η εύθραστη ισσοροπία ανάμεσα στο διφορούμενο και στο υπαινικτικό (σε όλα τα επίπεδα) είναι που καθιστά το Stalker ένα αυθεντικό έργο Τέχνης. Τα πάντα μέσα στη «Ζώνη» παραμένουν, από την αρχή μέχρι το τέλος, μετέωρα, σαν μια υπερυψωμένη όαση, που εμφανίζεται και εξαφανίζεται στα βάθη μιας υπαρξιακής ερήμου.'

Θωμάς Λιναράς, Stalker: Το Μεγάλο Πουθενά, εκδ. Σαιξπηρικόν

·

↑