'Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι (καὶ ἴσως αὐτοὶ μόνο) ἔχουν στ’ ἀλήθεια τὸ χάρισμα τῆς καθολικότητας, αὐτοὶ μόνο εἶναι πραγματικοὶ πολίτες καὶ ἐκφραστὲς τοῦ κόσμου ὅλου. Αὐτοὶ ποὺ εἶναι στὰ πάντα ἀνοιχτοὶ καὶ δὲν ἀποκλείουν τίποτα· ποὺ δὲν κάνουν διακρίσεις στὴν ἀγάπη τους γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ τὸν ἀποδέχονται στὸ σύνολο τῶν μορφῶν καὶ τῶν πτυχῶν του. Ὁλόκληρη ἡ γκάμα τῶν φωτεινῶν καὶ σκοτεινῶν συναισθημάτων, ὅλα τὰ ἄσπρα καὶ τὰ μαῦρα πλῆκτρα περιμένουν ὑπάκουα τὸ ἄγγιγμα τῶν δικῶν τους χεριῶν. Ἕνας Χαῖντελ μπορεῖ νὰ συνθέσει εὔθυμες ὄπερες καὶ θαυμάσιες ἄριες, ἀλλὰ καὶ ἕνα ἔργο τραγικὸ σὰν τὸ Μεσσία. Ἕνας Οὐίτμαν μπορεῖ μὲ τὴν ἴδια ἀνάσα νὰ τραγουδήσει τὸ γυναικεῖο κορμὶ καὶ τοὺς οὐρανοξύστες τοῦ Μπρόντουεϋ. Ἕνας Μπαλζάκ εἲναι σὲ θέση νᾶ περιγράψει τὸ ἴδιο καλὰ τὴ μοίρα μιᾶς ἐπαρχιώτισσας γεροντοκόρης, τὴ μάχη στὸν ποταμὸ Μπερεζίνα καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἑνὸς ἀρωματοπώλη. Μόνο αὐτοὶ ποὺ διαθέτουν τὴν ἰσσοροπημένη δύναμη, τὴν ὑπομονετική, σταθερή, ἀνεπηρέαστη ἀπὸ παροδικὲς διαθέσεις κι ἀνεμπόδιστη δημιουργικότητα... αὐτοὶ μόνο μποροῦν νὰ δώσουν ἕνα orbis pictus, τὴν κοσμικὴ καὶ κοσμοπολίτικη καλλιτεχνικὴ ἀπεικόνιση τοὺ κόσμου. Αὐτὴν τὴν πληθωριστικὴ καὶ πηγαία δημιουργικὴ δύναμη διαθέτει κατὰ τὴ γνώμη μου ὁ Μαζερέελ – καὶ μάλιστα περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους ζωγράφους καὶ γλύπτες τῆς σύγχρονης ἐποχῆς. Ὅλα ὅσα ὐπάρχουν καὶ χαρακτηρίζουν τὸν σημερινὸ κόσμο γίνονται μοτίβα στὰ σχέδια καὶ στὰ χαρακτικά του : εἶναι τέτοιος ὁ ὄγκος τοῦ ἔργου τοῦ ἀκούραστου δημιουργοῦ, ὥστε ἀποτυπώνονται σὲ αὐτὸ ὅλα τὰ πρόσωπα καὶ οἱ ἐκδοχὲς τοῦ κόσμου μας· καὶ θὰ μπορούσαμε νὰ διαβάσουμε στὰ ἔργα του ὁλόκληρη τὴν ἀπέραντη ποικιλία τῶν μορφῶν τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως στὰ εἰκονογραφήμματα τῶν ἀρχαίων Αἰγυπτίων διαβάζουμε ὁλόκληρο τὸν δικό τους ἀρχαῖο κόσμο. Ἄν χάνονταν τὰ πάντα –βιβλία, μνημεῖα, φωτογραφίες καὶ καταγραφὲς– καὶ ἄν μᾶς ἔμεναν μόνο τὰ χαρακτικά ποὺ ὁ Μαζερέελ φιλοτέχνησε μέσα σὲ μόλις δέκα χρόνια, θὰ ἤταν ἀρκετᾶ γιὰ νὰ γνωρίσει κανεὶς τὸν σημερινὸ κόσμο : θὰ ἔβλεπε σὲ τί σπίτια ζούσαμε, τί ροῦχα φορούσαμε· καὶ θὰ καταλάβαινε τὴ φρίκη τοῦ πολέμου στὸ μέτωπο καὶ στὰ μετόπισθεν, μὲ ὅλες τὶς διαβολικὲς μηχανές του καὶ τὶς γκροτέσκες μορφές του· θὰ καταλάβαινε τὰ χρηματιστήρια καὶ τὰ πανύψηλα κτίρια καὶ τὶς μόδες καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ναί, τοὺς τύπους τοὺς ἴδιους καὶ πιὸ πέρα ἀκόμα, τὸ ἐπικίνδυνο πνεῦμα, τὴ μεγαλοφυΐα, τὴν ψυχὴ τῆς ἐποχής μας – ὅλα αὐτὰ κοιτάζοντας ἀπλῶς τὰ ἔργα αὐτοῦ τοῦ χαράκτη. Κι ἀφήνοντας πρὸς τὸ παρὸν κατὰ μέρος τὴν ποιοτική διάσταση τῆς τέχνης του, ρωτῶ : Ποιός καλλιτέχνης ἐκτὸς ἀπ’ τον ἴδιο, τὸν Βενιαμὶν τῆς γραφιστικῆς, μπορεῖ νὰ περηφανευτεῖ γιὰ τόσο καὶ τέτοιο μνημειῶδες κατόρθωμα ; Ποιός ἀπ’ ὅλους τοὺς συγχρόνους του ἔχει κατορθώσει κάτι ἐφάμιλλο σὲ ποσότητα καὶ σὲ ποικιλία ; Οὔτε ἡ ἐργατικότητα οὔτε ἡ τεχνικὴ ἀρκοῦν ἀπὸ μόνες τους. Χρειάζεται κάτι περισσότερο, κάτι ἀνώτερο, κάτι ποὺ θὰ συνδέει καὶ θὰ ἑνώνει τὰ πάντα ἑντός του· αὐτὴ ἡ θαυμαστὴ εὐρύτητα τοῦ βλέμματος καὶ τοῦ πνεύματος ποὺ ἀνοίγεται καὶ ἀντικρίζει τὸν κόσμον ὅλον, χωρὶς νὰ χάνει στιγμὴ τὸν ἔρωτα τῆς λεπτομέρειας. Ὁ Μαζερέελ εἶναι τὸ ἀντίθετο τοῦ ἐκρηκτικοῦ, τοῦ παρορμητικοῦ καλλιτέχνη. Τὸ πνεῦμα του, ἡ δημιουργικότητά του εἶναι ὅπως ἐκείνη τοῦ Μπαλζάκ, ὅπως ἐκείνη τοῦ Οὐώλτ Οὐίτμαν, στραμμένη πρὸς τὸν κόσμο ὁλόκληρο, ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Ἀγαπᾶ ὅλα τὰ ἔθνη, ὅλες τὶς γλῶσσες, ὅλες τὶς ἐποχές, τὸ ἀρχαῖο καὶ τὸ νέο, τὰ ὄνειρα τοῦ ρομαντισμοῦ καὶ τὴν πραγματικότητα τῶν μηχανῶν. Δὲν ξέρω τίποτα σὲ αὐτὴ τὴ γῆ ποὺ ἑτοῦτος ὁ παθιασμένος φίλος τοῦ κόσμου νὰ τὸ μισεῖ. Μόνο ὅσα στέκονται ἐχθρικὰ ἀπέναντι στὸν κόσμο, ὅλους τοὺς θεσμοὺς δηλαδὴ ποὺ σκοπὸ ἔχουν νὰ νεκρώσουν τὴν τρομερή, σφύζουσα, ὁλοζώντανη πληθώρα τῆς ὕπαρξης· νὰ τὴν παγώσουν, νὰ τὴν ἀκινητοποιήσουν, νὰ τὴν ἀπαλείψουν· καὶ νὰ χαλιναγωγησουν, νὰ περιορίσουν, νὰ ὑποτάξουν τὴν πάλλουσα ζωή. Εἶνα ἐχθρὸς τοῦ κράτους, ὅπου τὸ κράτος εὐνοεῖ τὴ βία καὶ τὸ ἄδικο. Εἶναι ἔχθρὸς τῆς «κοινωνίας» τῆς συντηρητικῆς καὶ δεσποτικῆς, ποῦ θέλει μόνο νὰ διατηρήσει τὴν ἐξουσία της. Καὶ χωρὶς νὰ πολιτεύται, χωρὶς νὰ στρατεύεται σὲ κανένα κόμμα (ὅλα τὰ ἀπεχθάνεται, ἀφοῦ ὅλα περιορίζουν καὶ ψαλιδίζουν τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία), ἀγωνίζεται σταθερὰ καὶ ἀνυποχώρητα μὲ τὸ μέρος τῶν ἀδυνάτων, τῶν καταπιεσμένων καὶ τῶν ἀδικημένων. Στὰ «εἰκονομυθιστορήματά» του, Τὰ πάθη ἑνὸς ἀνθρώπου, Ἰδέα, Ὁ ἥλιος, στὴ φανταστικὴ αὐτοβιογραφία του, καρφώνει μὲ τὶς γκροτέσκες καρικατοῦρες του στὸν τοῖχο ὅλους τοὺς ἔχθροὺς τῆς ἐλευθερίας : τοὺς πολεμοκάπηλους, τοὺς κερδοσκόπους, τοὺς δικαστές, τοὺς ἀστυνομικούς, ὅλους τοὺς ἐκπροσώπους μιᾶς ἠθικῆς τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς ἰδιοτέλειας. Ἡ ἀγάπη του ἀπέναντι στὸν κόσμο δὲν ἀνέχεται τίποτα ἀπ’ ὅσα βιάζουν τὸν κόσμο, δὲν ἐπιτρέπει καμία ἐπιμέρους ὁμάδα ἀπ’ αὐτὲς ποὺ σπᾶνε τὴν ἱερὴ ἑνότητα τοῦ κόσμου. Τὸ πνεῦμα του ἑστιάζει πάντα στὸ σύνολο, στὸ ὅλο : σὰν τὸν Οὐῶλτ Οὐίτμαν στὶς χιλιάδες στροφές του, θέλει νὰ διαλύσει τὸν κόσμο σὲ εἰκόνες, νὰ τὸν ἀναπαραστήσει μὲ τοὺς ἄπειρους μαιάνδρους του καὶ τὶς ἀμέτρητες ἰδιαιτερότητές του, χωρὶς ὡστόσο νὰ χάσει ἀπὸ τὰ μάτια του τὴ βαθύτερη καὶ οὐσιαστική του ἑνότητα.'
Στέφαν Τσβάιχ, από τον πρόλογο 'Φρανς Μαζερέελ: Ο Άνθρωπος και ο Καλλιτέχνης' σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου της έκδοσης Πόλη: Μυθιστόρημα σε 100 Ξυλογραφίες, εκδ. Άγρα