
'Ἠΰτε πῦρ ἀΐδηλον ἐπιφλέγει ἄσπετον ὕλην
οὔρεος ἐν κορυφῇς, ἕκαθεν δέ τε φαίνεται αὐγή,
ὣς τῶν ἐρχομένων ἀπὸ χαλκοῦ θεσπεσίοιο
αἴγλη παμφανόωσα δι’ αἰθέρος οὐρανὸν ἷκε.
Τῶν δ’ ὥς τ’ ὀρνίθων πετεηνῶν ἔθνεα πολλὰ
χηνῶν ἢ γεράνων ἢ κύκνων δουλιχοδείρων
Ἀσίω ἐν λειμῶνι Καϋστρίου ἀμφὶ ῥέεθρα
ἔνθα καὶ ἔνθα ποτῶνται ἀγαλλόμενα πτερύγεσσι,
κλαγγηδὸν προκαθιζόντων, σμαραγεῖ δέ τε λειμών,
ὣς τῶν ἔθνεα πολλὰ νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων
ἐς πεδίον προχέοντο Σκαμάνδριον· αὐτὰρ ὑπὸ χθὼν
σμερδαλέον κονάβιζε ποδῶν αὐτῶν τε καὶ ἵππων.
ἔσταν δ’ ἐν λειμῶνι Σκαμανδρίῳ ἀνθεμόεντι
μυρίοι, ὅσσά τε φύλλα καὶ ἄνθεα γίγνεται ὥρῃ.
Ἠΰτε μυιάων ἁδινάων ἔθνεα πολλὰ
αἵ τε κατὰ σταθμὸν ποιμνήϊον ἠλάσκουσιν
ὥρῃ ἐν εἰαρινῇ ὅτε τε γλάγος ἄγγεα δεύει,
τόσσοι ἐπὶ Τρώεσσι κάρη κομόωντες Ἀχαιοὶ
ἐν πεδίῳ ἵσταντο διαρραῖσαι μεμαῶτες.'
'Ὡς δ’ ὅτ’ ἐν αἰγιαλῷ πολυηχέϊ κῦμα θαλάσσης
ὄρνυτ’ ἐπασσύτερον Ζεφύρου ὕπο κινήσαντος·
πόντῳ μέν τε πρῶτα κορύσσεται, αὐτὰρ ἔπειτα
χέρσῳ ῥηγνύμενον μεγάλα βρέμει, ἀμφὶ δέ τ’ ἄκρας
κυρτὸν ἐὸν κορυφοῦται, ἀποπτύει δ' ἁλὸς ἄχνην·
ὣς τότ’ ἐπασσύτεραι Δαναῶν κίνυντο φάλαγγες
νωλεμέως πόλεμον δέ· κέλευε δὲ οἷσιν ἕκαστος
ἡγεμόνων· οἳ δ’ ἄλλοι ἀκὴν ἴσαν, οὐδέ κε φαίης
τόσσον λαὸν ἕπεσθαι ἔχοντ’ ἐν στήθεσιν αὐδήν,
σιγῇ δειδιότες σημάντορας· ἀμφὶ δὲ πᾶσι
τεύχεα ποικίλ’ ἔλαμπε, τὰ εἱμένοι ἐστιχόωντο.
Τρῶες δ’, ὥς τ’ ὄϊες πολυπάμονος ἀνδρὸς ἐν αὐλῇ
μυρίαι ἑστήκασιν ἀμελγόμεναι γάλα λευκὸν
ἀζηχὲς μεμακυῖαι ἀκούουσαι ὄπα ἀρνῶν,
ὣς Τρώων ἀλαλητὸς ἀνὰ στρατὸν εὐρὺν ὀρώρει·
οὐ γὰρ πάντων ἦεν ὁμὸς θρόος οὐδ’ ἴα γῆρυς,
ἀλλὰ γλῶσσα μέμικτο, πολύκλητοι δ’ ἔσαν ἄνδρες.
ὄρσε δὲ τοὺς μὲν Ἄρης, τοὺς δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη
Δεῖμός τ’ ἠδὲ Φόβος καὶ Ἔρις ἄμοτον μεμαυῖα,
Ἄρεος ἀνδροφόνοιο κασιγνήτη ἑτάρη τε,
ἥ τ’ ὀλίγη μὲν πρῶτα κορύσσεται, αὐτὰρ ἔπειτα
οὐρανῷ ἐστήριξε κάρη καὶ ἐπὶ χθονὶ βαίνει·
ἥ σφιν καὶ τότε νεῖκος ὁμοίϊον ἔμβαλε μέσσῳ
ἐρχομένη καθ’ ὅμιλον ὀφέλλουσα στόνον ἀνδρῶν.'
*
'Καθώς τρομερή φωτιά κατακαίει απέραντο δάσος πάνω σε κορυφή βουνού κι από μακριά φαίνεται η λάμψη της, έτσι απ’ τα θεσπέσια όπλα των στρατιωτών άστραφτε το φεγγοβόλημα ως τον ουρανό μέσα απ’ τον αιθέρα.
Και οι στρατιώτες εξακολουθούσαν να βγαίνουν σαν αμέτρητα κοπάδια πουλιών, σαν χήνες, σαν γερανοί και σαν μακρόλαιμοι κύκνοι, που μαζεύονται στις ρεματιές του Καϋστρίου, στο λιβάδι του ποταμου Ασίου, γεμάτοι χαρά, φτερουγίζοντας και γεμίζοντας όλο τον κάμπο με κραυγές, λίγο πριν έρθει η στιγμή να καθίσουν στο έδαφος, το λιβάδι δεν αντηχεί· έτσι η μια ομάδα έβγαινε μετά την άλλη μέσα απ’ το ποδοβόλημα των αντρών και των αλόγων, καθώς μαζεύονταν στον ανθισμένο κάμπο δίπλα στο ποτάμι, αμέτρητοι σαν τα φύλλα και τ’ ανοιξιάτικα λουλούδια.
Έτσι λοιπόν οι Αχαιοί με τη μακριά κόμη αντιμετώπιζαν τώρα στον κάμπο τους Τρώες, λαχταρώντας να τους σφάξουν, ανήσυχοι και αναρίθμητοι σαν τις μύγες που μαζεύονται σωρός την άνοιξη γύρω στη στάνη, τότε που οι κάδοι ξεχειλίζουν από γάλα.'
'Όπως τα κύματα έρχονται σπρωγμένα από τον Ζέφυρο στο πολύβουο ακρογιάλι, το ένα πάνω στ’ άλλο, και πρώτα μακριά στο πέλαγος οι κορφές τους αρχίζουν και φουσκώνουν, ώσπου να σκάσουν στη στεριά με βρόντο δυνατό, και αφήνοντας τον αφρό τους να πετά, έτσι οι στρατιές των Δαναών, η μία μετά την άλλη, γλιστρούσαν ανελέητα στη μάχη. Ο κάθε αρχηγός δε έδινε τις προσταγές του στις φάλλαγες· οι άντρες όμως ξεκινούσαν με απόλυτη ηρεμία. Υπάκουαν στους αρχηγούς χωρίς να μιλάνε και δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει πώς τόσος στρατός προχωρούσε αμίλητος. Όλων οι πλουμιστές αρματωσιές, καθώς βάδιζαν, άστραφταν. Οι Τρώες, όπως περιμένουν χιλιάδες πρόβατα μέσα σε στάνη πλούσιου άντρα, ώσπου ν’ αρμέξουν το άσπρο γάλα τους, και βελάζουν ασταμάτητα μόλις ακούν τ’ αρνάκια τους, έτσι ξεχύθηκαν απ’το απέραντο στρατόπεδό τους, σηκώνοντας βοή μεγάλη. Γιατί δεν χρησιμοποιούσαν όλοι την ίδια γλώσσα, αλλά οι ομιλίες τους ήταν ανακατεμένες επειδή ήταν άνθρωποι ετερόκλητοι. Ξεσήκωσε τους Τρώες ο Άρης, ενώ τους Αχαιούς η Αθηνά με τα αστραφτερά μάτια, ο Δείμος, ο Φόβος και η Έριδα η αχόρταγη, η αδερφή και σύντροφος του Άρη του αντροφονιά, που στην αρχή φαίνεται μικρή αλλά σε λίγο, ενώ τα πόδια της ακουμπούν ακόμα στη γη, το κεφάλι της έχει φτάσει στον ουρανό· γλιστρούσε τώρα ανάμεσα στους δυο στρατούς ξεσηκώνοντάς τους για αλληλοσπαραγμό, και την ευχαριστούσε ν’ ακούει τα βογγητά των αντρών.'
Όμηρος, Ιλιάς: Τόμος 1: Ραψωδίες Α, Β, Γ, Δ, μτφρ. Παναγιώτης Γιαννακόπουλος, εκδ. Κάκτος
