
'Απόμεινε τίποτα; (Παύση) Υπάρχουν απομεινάρια, υπολείμματα; (Παύση) Όχι; (Παύση) Δεν κατάφερα να φροντίσω την ομορφιά μου, ξέρεις. (Αυτός χαμηλώνει το κεφάλι) Είσαι ακόμα αναγνωρίσιμος, κατά κάποιον τρόπο. (Παύση) Σκέφτεσαι μήπως να έρθεις να ζήσεις απ’ αυτή τη μεριά... έστω για λίγο; (Παύση) Κουφάθηκες, Γουίλλυ; (Παύση) Μουγκάθηκες; (Παύση) Ω, ξέρω ότι ποτέ σου δεν ήσουν ομιλητικός, Σε λατρεύω, Γουίννυ, γίνε δική μου, και μετά ούτε γλυκόλογα ούτε τίποτα, μόνο θραύσματα λέξεων από τα νέα και τις μικρές αγγελίες της εφημερίδας. (Τα μάτια μπροστά. Παύση) Α, καλά, τι σημασία έχει, αυτό έλεγα πάντα, έτσι κι αλλιώς θα είναι μια ευτυχισμένη μέρα, ακόμα μια ευτυχισμένη μέρα. (Παύση) Όχι για πολύ πια, Γουίννυ. (Παύση) ακούω φωνές. (Παύση) Εσύ ακούς ποτέ σου φωνές, Γουίλλυ; (Παύση) Όχι; (Τα μάτια πάλι στον Γουίλλυ) Γουίλλυ. (Παύση) Κοίτα με ξανά, Γουίλλυ. (Αυτός κοιτάζει προς τα πάνω. Ευτυχισμένη) Α! (Παύση. Σοκαρισμένη) Τι έχεις πάθει, Γουίλλυ; Ποτέ δεν σ’ έχω δει έτσι! (Παύση) Φόρεσε το καπέλο σου, καλέ μου, έχει ήλιο, μη στέκεσαι έτσι, εμένα δεν με πειράζει που θα φοράς το καπέλο σου. (Αυτός παρατάει το καπέλο και τα γάντια του κι αρχίζει να σέρνεται στον λοφίσκο, ανεβαίνοντας προς το μέρος της. Εύθυμη) Ω, μα τι να πω, αυτό που κάνεις είναι τρομερό! (Αυτός σταματάει, το ένα χέρι γατζωμένο στον λοφίσκο, το άλλο απλωμέμο προς το μέρος της) Έλα, καλέ μου, βάλε τα δυνατά σου κι εγώ θα σου δίνω κουράγιο. (Παύση) Για μένα έρχεσαι, Γουίλλυ... ή είναι κάτι άλλο; (Παύση) Θέλεις ν’ αγγίξεις το πρόσωπό μου.... πάλι; Θες φιλί, Γουίλλυ... ή είναι κάτι άλλο; (Παύση) Κάποτε μπορούσα να σου δώσω το χέρι μου και να σε βοηθήσω. (Παύση) Και κάποτε, πιο παλιά, σου έδινα το χέρι μου και σε βοηθούσα. (Παύση) Είχες πάντα ανάγκη από ένα χέρι, Γουίλλυ.'
Σάμουελ Μπέκετ, Ευτυχισμένες Μέρες, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος
