
Το πορνογραφικό βλέμμα του ποιητή
Λένε ότι ένα ποίημα δεν μπορεί ποτέ να είναι πορνογραφικό καθ’ εαυτό, ως γλωσσικό αντικείμενο υπαγόμενο ταυτόχρονα σε μια τέχνη, σε μια αυθεντία και σε ένα ταλέντο: η χρήση του είναι που του δίνει πορνογραφική σημασία. Η ποιητική ιστορία αποδεικνύει, ενίοτε, το αντίθετο. «Να δίνει ένα νόημα πιο αγνό στις λέξεις της φυλής», γράφει ο Μαλαρμέ (1842-18989) στον Επιτάφιο του Έντγκαρ Πόε (1877), αλλά κι αυτή τη «διάχυτη Βλασφημία», «αυτή καθ’ εαυτή» μπροστά στον «έντρομο αιώνα του»· ορίστε τα «γνωρίσματα» ενός προσώπου που προκαλεί τρόμο επειδή εκλαμβάνει την ίδια την ουσία των λέξεων, ακραγγίζει την ουσία του ιερού και λέει: δεν χειριζόμαστε τις λέξεις με τυχαίο τρόπο, δεν επινοούμε μια λέξη χωρίς τον κίνδυνο να ταράξουμε την τάξη που εγκαθίδρυσε ο λόγος του Πατρός. Το ταμπού σχετικά με αυτό το λόγο πρέπει να νοηθεί εδώ ως δυσπιστία απέναντι στα γλωσσικά ενεργήματα γενικώς: ο ποιητικός λόγος όφειλε επί μακρόν να υπηρετει την κοινότητα, στο όνομα των συμφερόντων βάσει των οποίων ασκούσαν την ανδρική εξουσία (στρατιωτικός αρχηγός, ιερέας, κλπ.). Ο ποιητής είναι, αρχικά, ένας μάντης, αυτός στον οποίο αναγνωρίζεται το δικαίωμα να ξεστομίζει λέξεις που αγγέλουν κάτι στην κοινότητα: ο «κακός οιωνός», είναι το άσεμνο. Ο «δημιουργός» δεν εμφανίζεται παρά με τη στροφή της Αναγέννησης, ως επινοητής μιας νέας μορφής και μιας λόγιας σκέψης, ενώ ο αρχαίος ποιητής-ομιλητής (αοιδός, βάρδος, τραγουδιστής...) δεν αποκτά (και τούτο από πολύ νωρίς) αυτό το δικαίωμα στην εξατομίκευση παρά υπό ορισμένους όρους: πρώτα, αναγνωρίζεται ως ικανός, το ταλέντο του αναγνωρίζεται και συνάμα τιμάται και δοξάζεται. Από την άλλη, η ποιητική πράξη αφιερώνεται αποκλειστικά στη μνήμη των νεκρών, καλύπτει το χωρικό και συμβολικό κενό ανάμεσα στο απόν σώμα και τους ζωντανούς. Ο ποιητής γίνεται άσεμνος όταν παραβαίνει αυτή τη σιωπηρή συμφωνία, όταν διαφεύγει από αυτόν τον επιτρεπόμενο ολισθηρό τόπο, από αυτόν τον δουλοπρεπή λόγο. Στη Δύση, ο ποιητικο-λογοτεχνικός τομέας εδράζεται εν μέρει, ως τις αρχές του 19ου αιώνα, σε δύο σχολές: την Ποιητική Τέχνη του Οράτιου (65-8 π.Χ.) ο οποίος πρεσβεύει, με σάτιρες, μια λιτή και ανιδιοτελή, σχεδόν μοναστική, ζωή, και τον Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.) ο οποίος, στην Ποιητική του, εξαίρει τη φαντασία αλλά, ταυτόχρονα, ξεχωρίζει την ποιητική τέχνη και τις δυνατότητές της, από τις πράξεις των ανθρώπων: το «έργο του ποιητή δεν είναι να λέει όσα απλώς γίνονται, αλλά όσα θα μπορούσαν να γίνουν, δηλαδή τα δυνατά κατά πιθανή ή αναγκαία συνέπεια» (ΙΧ, 1). Ο Πετράρχης (1303-1374) κατέφυγε σε συμβιβαστική λύση. Σήμερα, η ουσία της συζήτησης ανάμεσα σε αυτούς που λένε ότι η πορνογραφία οδηγεί σε πράξεις βίας και σε αυτούς που λένε ότι δεν έχει συνέπειες, παραμένει η ίδια. Διαπιστώνουμε το διακύβευμα: από τη μια η Αρετή, μια πραγματιστική και ωφελιμιστική αντίληψη για τη λογοτεχνία, ως δεξαμενής καλών πράξεων και ωραίων μορφών που επιτρέπουν, για παράδειγμα, την ένωση με το «Θεό», και από την αλλη η ελευθερία του δημιουργείν, η φαντασία στην εξουσία, η δαπάνη και, άρα, η αταξία των σωμάτων και των πνευμάτων. Τέλος, διαπιστώνεται ένας φορμαλισμός (στιχουργία, σονέτο, ωδή, μπαλάντα) και μια συνδιαχείριση της θεματολογίας που εξηγούνται από την πλατωνική ιδέα περί έμπνευσης: αυτό που ο Σωκράτης αποκαλεί «θεό εν έργω στο κεφάλι μας», αυτές οι «σύντομες» διατυπώσεις (Πλάτων, Ίων) που μπορούν να θυμούνται όλοι. Αλλά η αντωνυμία, μια παραμορφωμένη λέξη, μπορεί να συνιστά πολιτική πράξη: ο Ουμπού αρχίζει με τη λέξη «Merdre», και οι συνθήκες στις οποίες εκφέρεται (η κωμωδία) επιτρέπουν να παραβούμε κάθε σύμβαση. Ο ποιητής φτάνει να εκδιωχθεί από την Πολιτεία, αρκετά κράτησε η κωμωδία: Η Απολογία του Σωκράτη χρησιμεύει ως μάρτυρας κατηγορίας. Ο ποιητής είναι, επομένως, ένα ξεχωριστό στοιχείο, ένας ταραξίας, από τον οποίο πρέπει να φυλαγόμαστε: «διασκεδάζει», αλλά μολύνει τους δρόμους. Οπότε, το βλέμμα του δεν μπορεί παρά να είναι πορνογραφικό: αυτό που κανείς δεν μπορεί ακόμα να ονομάσει, το ονομάζει ο ποιητής, αυτό που κανένας δεν τολμά να εκφράσει, το εκφράζει και πάλι ο ποιητής. Με άλλα λόγια, ο ποιητής είναι ένας πολύμορφος διεστραμμένος: διαταράσσει τις συνειδήσεις, εκφυλιζει τη Φύση, αναποδογυρίζει το σώμα για να μπορέσει να τα πει όλα σχετικά με αυτό, παρέχει συγκινήσεις και, συχνά, ηδονές αλλόκοτες, δεν γνωρίζει κανένα όριο, ο θάνατος κάνει το λόγο του πράξη, τρόπο συμπεριφοράς. Αφού εκφράσει το έργο του, λαμβάνει λίγα χρήματα, και μετά αποχωρεί: προσφέρει υπηρεσία, αφιερώνει χρόνο, πορνεύει την τέχνη του. Όταν γίνεται διάσημος, αυτή η αίγλη είναι σημάδι κατάρας: η διακριτικότητα είναι το πρώτο του καθήκον, αλλιώς του κόβουν τη γλώσσα, οι ζηλόφθονοι ηγέτες. Ο ποιητής βλέπει το δέντρο ή την πηγή ως σεξουαλικά όργανα, και αντιστρόφως. Η αλληγορία, η μετωνυμία και η μεταφορά, είναι οι βάσεις της εμπορικής του τέχνης: η γραφή του ποιητή είναι η ίδια η φύση των πραγμάτων, γράφει χωρίς να χαράζει τις λέξεις πάνω στις σελίδες του κόσμου, συναρμόζοντας μια κοσμογονία, που σε λίγο θα δώσει σάρκα και οστά στους έρωτες των θεών, στις μεταμορφώσεις του Όλου: ζωομόρφωση, βιομόρφωση, υβριδίωση, ερμαφροδιτισμός, μεταλλάξεις, εξαφανίσεις και ταχυδακτυλουργία - το ποιητικό βλέμμα ντύνεται και στολίζεται, φτιασιδώνεται για να πουλήσει καλύτερα την ιδέα ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος για να τον αποκτήσουμε, να διεισδύσουμε βαθύτατα μέσα του. Έχει να κάνει με τη θηλυκότητα, με τον Τειρεσία, με το δρόμο, με τη νύχτα. Νομίζουμε ότι κοιμάται, αλλά η φαντασία του όχι. Υπάρχει κάτι το θηλυκό σε αυτή την προφορά λόγου, ένα είδος συνωμοσίας εναντιόν του κυρίαρχου Αρσενικού. Όταν μια γυναίκα προφέρει λόγια, είναι παρθένα, ιερή, ιέρεια, ανήκει στην κατηγορία των ιερέων. Ακόμα και ο αοιδός αποφεύγει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή: πρέπει να επέλθει ένας συσχετισμός, να βρεθούν αναλογίες. Όταν ο Σοφοκλής λέει «έρως ανίκατε μάχαν», ο ακροατής ακούει την Αντιγόνη να προκαλεί το Θάνατο που τής πήρε τους στρατιώτες αδερφούς της, αλλά είναι ο Σοφοκλής, σε τελική ανάλυση, που μιλάει «σαν γυναίκα»: οι λέξεις δεν είναι ποτέ με τη μεριά της ρομφαίας.
Φιλίπ Ντι Φολκό [Philippe Di Folco], από το λήμμα 'Ποίηση' στο Λεξικό της Πορνογραφίας, μτφρ. Γιάννης Καυκιάς, εκδ. Καλέντης