
'Μήπως ο Χρόνος είναι έξω μου, άρχισα να αναρωτιέμαι στο γυμνάσιο. Όταν τα πράγματα άρχισαν να τρέχουν. Ή μήπως ο Χρόνος είναι μέσα μου.
Αν ΕΞΩ πρέπει να συμβαδίζεις με τα γαμημένα τα ρολόγια & τα ημερολόγια. Δεν μπορείς να λουφάρεις. Αν ΜΕΣΑ, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις εσύ. Οτιδήποτε. Δημιουργείς το δικό σου Χρόνο. Σαν να σπας τους δείκτες ενός ρολογιού όπως έκανα κάποτε & να μένει ο δίσκος με τις ώρες να σε κοιτάζει.'
'Να γιατί: βλέποντας το Σύμπαν έτσι -δηλαδή μια αναπαράσταση ενός πράγματος που έχει πεθάνει εδώ & δισεκατομμύρια χρόνια!- καταλαβαίνεις πόσο απίστευτα μάταιο είναι να πιστεύεις ότι έχει σημασία οποιοσδήποτε γαλαξίας πόσο μάλλον οποιοσδήποτε αστέρας οποιουδήποτε γαλαξία, ή οποιοσδήποτε πλανήτης όμοιος με κόκκο άμμου μέσα σε όλο αυτό το μελανόχρωμο κενό. Πόσο μάλλον οποιαδήποτε χώρα ή οποιαδήποτε πόλη ή οποιοσδήποτε άνθρωπος.
Άλλος λόγος που η ιδέα μού ήρθε εκείνη τη στιγμή ήταν επειδή δυσκολευόμουν να μείνω καυλωμένος με όλους εκείνους τους τύπους να με κοιτάζουν από κοντά με τα ΑΓΡΥΠΝΑ ΜΑΤΙΑ τους.'
'Επιπλέουν τα κόκαλα;
& αν επιπλέουν, αλλά δεν έχει μείνει πάνω τους καθόλου κρέας, & τα ίδια τα κόκαλα είναι σκορπισμένα & μακριά το ένα από το άλλο, τι απομένει από την ταυτότητα; Ποτέ δεν το σκέφτομαι.'
Τζόις Κάρολ Όουτς, Ζόμπι, μτφρ. Βασίλης Μπαμπούρης, εκδ. Οξύ
