
φακός
όπως όταν για ώρα
ποζάρεις σε κάμερα που
χωρίς φιλμ
ανακαλύπτεις ύστερα.
στάζει γαλάζιο τον υδράργυρο στις φλέβες
ενώ τριγύρω η πόλη -σε ένα εκατομμύριο στόματα-
υψώνει λεπτοδείχτη: σιω
πή. ένα τρέμουλο κλεισμένο μες στον γύψο.
το κορίτσι φορά αδέξια τον ορίζοντα, δεν ξέρει πως να στραφεί.
στο ύψος: θάλασσα
καθαρές πινελιές σε
ό,τι γυαλί έμεινε στην ακτή
να περιμένει τα παλιά κύματα.
τόσο ξέρω μονάχα
το υπόλοιπο έμεινε
μέσα στη μηχανή.
*
πρώτο καφέ για την αυριανή γυμνότητα
ο όσιος Βενέδικτος Σπινόζα
κρυμμένος στη γωνία του μαλωμένου ραντεβού
με τα φεγγάρια ματογυάλια και το χαμόγελο του αγκίστρι
στο πουλοβεράκι της
κατά την Ιστορία που φουρκισμένη πλάτη φεύγει απομακρύνεται
που δεκάξι χρονών ή αιώνων δεν ανέχεται στησίματα δεν έχει χρόνο
αφήνοντας του πόντο πόντο κάθε βήμα κόκκινη κλωστή
το νήμα της υπόσχεσης επίδωρο στη θέα
από το κωλαράκι της.
Θοδωρής Ρακόπουλος, Φαγιούμ, εκδ. Μανδραγόρας
